Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαλακτοδοτώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

γαλακτοδοτῶ (-έω) (Α)
τρέφω με γάλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γάλα (-κτος) + -δοτώ < -δότης < δίδωμι.