Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γεύση

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (AM γεῡσις)
1. μία από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία τα γευστικά ερεθίσματα μετατρέπονται σε νευρικές διεγέρσεις
2. το αποτέλεσμα της γεύσης, η ειδική εντύπωση που απομένει στο γευστικό αισθητήριο, αφού δοκιμάσουμε κάτι (πικρή γεύση, γλυκιά, στυφή κ.λπ.)
3. το να δοκιμάζει κανείς κάτι, το να αποκτά εμπειρία κάποιου πράγματος (α. «ὁ βασιλεὺς εἰληφὼς γεῡσιν τῆς... εὐτολμίας» — αφού πήρε μια ιδέα για την τόλμη, ΠΔ
β. «πήραμε μια γεύση της κατάστασης που επικρατεί» — σχηματίσαμε μια πρώτη εντύπωση)
νεοελλ.
η νοστιμιά («δεν έχει γεύση», «δεν έχει καμιά γεύση»)
αρχ.
1. η τροφή
2. το πίσω μέρος της γλώσσας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αν πρόκειται για τον αρχαίο τ., τότε γεύσις < γεύστις < γεύσ-ομαι του ρ. γεύομαι}.