Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλωσσολαλία

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM γλωσσολαλία)
το να μιλάει κανείς πολλές γλώσσες, η γλωσσομάθεια
(αρχ.- μσν.) το χάρισμα με θεϊκή επιφοίτηση να μιλά κανείς ξένες γλώσσες χωρίς να τίς έχει διδαχθεί.