Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλωττίδα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (AM γλωττίς) γλώττα
1. μικρή γλώσσα
2. στόμιο πνευστού μουσικού οργάνου και κυρίως του αυλού, όπου εισάγεται το μικρό καλάμι
νεοελλ.
1. βέλος ζυγού που δείχνει την ισορροπία
2. απόφυση στη βάση τών φύλλων μερικών φυτών·