Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γονιμοποίηση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η
1. το να καταστήσει κάποιος κάτι γόνιμο
2. η συνένωση δύο γεννητικών κυττάρων διαφορετικού φύλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γονιμοποιώ. Η λ. μαρτυρείται στον Θ. Μανούση].