Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δακρυοειδής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ές
1. όποιος μοιάζει στο σχήμα με δάκρυ
2. (το ουδ. πληθ.) δακρυοειδή
κατηγορία σπερμάτων, όπως της αχλαδιάς, που μοιάζουν με το δάκρυ.