Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δακρυσταγής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek (Liddell-Scott)

δακρυσταγής: -ές, στάζων δάκρυα, μτγν.

Spanish (DGE)

(δακρυστᾰγής) -ές
lacrimoso, lloroso, γόος Tim.15.100, πόνοι Meth.Symp.291.

Greek Monolingual

δακρυσταγής (-οῡς), -ές (Α)
αυτός που προκαλεί ή συνοδεύεται από δάκρυα («πόνοι δακρυσταγείς»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -σταγής < στάζω (πρβλ. αιμοσταγής)].