Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δακρύγελως

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(-ωτος), ο
το να δακρύζει και να γελάει κανείς ταυτόχρονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + γέλως. Για τον σχηματισμό πρβλ. κλαυσίγελως.