Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δειματοποιός

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: δειμᾰτοποιός Medium diacritics: δειματοποιός Low diacritics: δειματοποιός Capitals: ΔΕΙΜΑΤΟΠΟΙΟΣ
Transliteration A: deimatopoiós Transliteration B: deimatopoios Transliteration C: deimatopoios Beta Code: deimatopoio/s

English (LSJ)

όν,

   A terrifying, Sch.E.Hec.70.

German (Pape)

[Seite 537] = folgdm, Schol. Eur. Hec. 69.

Greek (Liddell-Scott)

δειματοποιός: -όν, προξενῶν φόβον, Σχ. Εὐρ. Ἑκ. 69 (πρβλ. δειματόω;)

Spanish (DGE)

-όν que produce miedo, terrorífico Sch.E.Hec.70D.

Greek Monolingual

δειματοποιός, -όν (Α)
αυτός που προκαλεί φόβο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δείμα (-τος) + -ποιός < ποιώ].