Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δενδροτρόφος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: δενδροτρόφος Medium diacritics: δενδροτρόφος Low diacritics: δενδροτρόφος Capitals: ΔΕΝΔΡΟΤΡΟΦΟΣ
Transliteration A: dendrotróphos Transliteration B: dendrotrophos Transliteration C: dendrotrofos Beta Code: dendrotro/fos

English (LSJ)

ον,

   A rearing trees, ὄρη Max.Tyr.31.7.

Greek (Liddell-Scott)

δενδροτρόφος: -ον, ὁ τρέφων τὰ δένδρα, Μάξ. Τύρ. 125, 28.

Spanish (DGE)

-ον que cría árboles ὄρη Max.Tyr.25.7.

Greek Monolingual

δενδροτρόφος, -ον (Α)
(για τόπους) κατάλληλος για την καλλιέργεια δένδρων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δένδρον + -τρόφος < τρέφω.