Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καλλιέργεια

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η καλλιεργώ
1. το σύνολο τών εργασιών με τις οποίες η γη εξημερώνεται και βελτιώνεται η γονιμότητά της («η καλλιέργεια του κήπου»)
2. (για επιστήμη, τέχνη κ.λπ.) η επιμελημένη ασχολία, η προσπάθεια με ζήλο («η καλλιέργεια τών γραμμάτων»)
3. η προσπάθεια ενίσχυσης πνευματικών αγαθών ή ηθικών διαθέσεων και εκδηλώσεων, αλλά και κακών ηθικών διαθέσεων (α. «η καλλιέργεια της εργατικότητας» β. «η καλλιέργεια του μίσους
4. (βιολ.-ιατρ.) μέθοδος απομόνωσης και διατήρησης ή ανάπτυξης, σε ειδικό θρεπτικό περιβάλλον, τμημάτων ζωικού ή φυτικού ιστού, κυττάρων ή μικροβίων για βιολογικούς και ιατρικούς σκοπούς
5. στον πληθ. οι καλλιέργειες
τα καλλιεργούμενα φυτά και οι εκτάσεις τις οποίες αυτά τα φυτά καταλαμβάνουν
6. φρ. α) «άνθρωπος με καλλιέργεια» — άνθρωπος με πνευματική και κοινωνική μόρφωση και με ψυχική ανωτερότητα
β) ιατρ. «καλλιέργεια ούρων» — μικροβιολογική εξέταση που γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες γεννιέται το ερώτημα αν ο ασθενής έχει ουρολοίμωξη ή όχι.