Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δενδρόεις

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(-εντός), -εσσα, -εν
γεμάτος δένδρα («εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ Κερκετέως δενδρόεντος ἐχόρευον αἱ τέχναι», Κάλβου, Ωδαί).
[ΕΤΥΜΟΛ. < δένδρον + (επίθημα) -οεις (πρβλ. δακρυόεις)].