Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διπλεῖ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Spanish (DGE)

• Alolema(s): διπλῇ ICr.4.10q-r, 13g-i (ambas VI a.C.), 57.2 (V a.C.), Pl.Lg.868a; διπλῆ IG 9(1).694.71 (Corcira III/II a.C.)
adv. el doble en cantidad o valor, multiplicado por dos δέκα στ[ατ] ε͂ρανς καταστασεῖ, τō δὲ κρε̄́ιος διπλεῖ pagará diez estateres, el doble del valor de la cosa (robada) ICr.4.72.3.15, cf. 2.7 (V a.C.), τό δὲ μίσθωμα δ. ἀποτεισεῖ TEracl.1.109 (IV a.C.), cf. IG l.c., ἐκπρηττόντων δὲ οἱ ἱεροπ<ο>οὶ ὀφελόντων διπλε<ῖ> IG 12(9).90.8 (Eretria IV a.C.), δ. τὸ βλάβος ἐκτεισάτω τῷ κεκτημένῳ Pl.l.c.