Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βλάβος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: βλάβος Medium diacritics: βλάβος Low diacritics: βλάβος Capitals: ΒΛΑΒΟΣ
Transliteration A: blábos Transliteration B: blabos Transliteration C: vlavos Beta Code: bla/bos

English (LSJ)

gen. εος, contr. ους, τό,

   A = βλάβη, Hdt.1.9, E.Heracl.255, Ion998, Ar.Ra.1151, Antipho 5.91, Pl.Lg.843c, Foed.Delph.Pell.2 A12, Arist. Pol.1328a14, PRyl.126.19 (i A. D.); distd. from βλάβη, D.21.43 (v. βλάβη 2). (More Attic than βλάβη acc. to Moer.103.)

German (Pape)

[Seite 446] τό, = βλάβη, von den Atticisten dieser Form vorgezogen; bei Plat. de Legg. vom Schaden am Vermögen, z. B. τίνειν τοῦ βλάβους τὴν διπλασίαν IX, 878 c; ἐκτίνειν u. ἀποτίνειν τὸ βλάβος VIII, 843 d; wie Dem. 21, 43. Sonst Her. 1, 9; Antipho 5, 91; Eur. Ion. 998; Ar. Ran. 1146; Xen. An. 7, 7, 28 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

βλάβος: γεν. -εος, συνηρ -ους, τό, = βλάβη (ἴδε βλάπτω), Ἡρόδ. 1. 9, Εὐρ. Ἡρακλ. 255, Ἴων 998, Ἀριστοφ. Βατρ. 1151, καὶ ἐν τῷ Ἀττ. πεζῷ λόγῳ, π.χ. παρ’ Ἀντιφῶντι 140. 17, Πλάτ. Νόμ. 843C, κτλ.· μάλιστα ὁ Πλάτ. μεταχειρίζεται βλάβη πολλῷ συχνότερον ἢ

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
c. βλάβη.

Spanish (DGE)

-εος, τό

• Prosodia: [-ᾰ-]
1 abstr. daño, perjuicio πλέον β. τὸ μετανοεῖν καὶ γνῶναι ἐξημαρτηκότας Antipho 5.91, πρὸς τῷ βλάβει Arist.Pol.1328a14, πωλεῖν τι β. ἔσται Orác. en TAM 3.34D.60 (Termeso, imper.), cf. Aristid.Or.2.452, op. ὠφέλεια Plot.6.1.12
c. dat. μή τί τοι ἐξ αὐτῆς γένηται β. Hdt.1.9, τί ... σοῖς ἐχθροῖς β.; E.Io 998, cf. Heracl.255, PRyl.126.19 (I d.C.), TAM 3.34D.69 (Termeso, imper.), τοὺς λόγους αὐτοὺς β. ἡγοῦμαι τοῖς πράγμασιν Aristid.Or.9.5, cf. 3.124.
2 concr. daño, defecto σὺ δ' ἐπιτήρει τὸ β. Ar.Ra.1151
daño físico ref. a la salud corporal μή τι μέλλῃ τῷ σώματι β. ἔσεσθαι Hp.Aff.44, ἐν τῇ ἔξω περιφορῇ ἐστι τὸ β. Hp.Vict.4.89, cf. Gal.13.274, β. οὖλον ἐρύξει Nic.Al.99.
3 jur. daño, daños τὸ β. ἀποτινέτω Pl.Lg.844d, cf. D.21.43, PKöln 147.8 (I a.C./ I d.C.), POxy.1282.40 (I d.C.), μέχρι τριῶν μνῶν ὄντος τοῦ βλάβους Pl.Lg.846a, οὐδέν ἐστι δημοσίᾳ β. D.20.9, τὸ β. κατὰ τὸν νόμον PTor.Amenothes 8.36 (II a.C.), cf. SB 7188.11 (II a.C.), ἐὰν ἄρα τι ἐκ τούτου β. ἐπακολουθήσῃ PMich.617.12 (II d.C.), cf. POxy.3690.18 (II d.C.), PLips.3.1.14, 4.29 (ambos III d.C.), 6.2.15 (IV d.C.), PGoodsp.Cair.13.13 (IV d.C.)
uso át. frente a βλάβη Moer.95.

Greek Monolingual

το (AM βλάβος)
η βλάβη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το βλάβος είναι παράλληλος τ. με τον τ. βλάβη. Η λ. βλάβος δηλώνει τη «ζημιά» ως αποτέλεσμα, στον δε Πλάτωνα χρησιμοποιείται με τη σημασία της υλικής ζημιάς].

Greek Monotonic

βλάβος: γεν. -εος, συνηρ. -ους, τό, βλάβη, σε Ηρόδ., Ευρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

βλάβος: εος (ᾰ) τό Her., Eur., Arph., Xen., Plat., Dem. = βλάβη.

Middle Liddell

= βλάβη, Hdt., Eur., etc.]

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βλάβος -ους, zonder contr. -εος, τό βλάβη schade, nadeel.