Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διχοτομώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM διχοτομῶ, -έω)
χωρίζω σε δύο ίσα μέρη
αρχ.-μσν.
τιμωρώ αυστηρότατα
μσν.
κόβω στα δύο, σπαράσσω
αρχ.
διαιρώ σε δύο κατηγορίες.