Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τιμωρώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

τιμωρῶ, -έω, ΝΜΑ τιμωρός
επιβάλλω τιμωρία για αξιόποινη πράξη, κολάζω
νεοελλ.
1. πατάσσω, πλήττω («θα σέ τιμωρήσει ο θεός»)
2. βασανίζω, ταλαιπωρώ («τί σού έκανα και μέ τιμωρείς σκληρά;»)
αρχ.
1. εκδικούμαι («τῷ θανάτῳ τοῡ πατρός τιμωρεῑς», Διον. Αλ.)
2. βοηθώ, συντρέχω κάποιον
3. παρέχω ιατρική βοήθεια, περιθάλπω
4. ζητώ να πάρω εκδίκηση
5. (το ουδ. μτχ. μέσ. μελλ. ως ουσ.) τo τιμωρησόμενον
η δυνατότητα που έχει κανείς να εκδικηθεί κάποιον («τὸ γὰρ τιμωρησόμενον οὐχ ὑπέσται τῆς πολιτείας καταλυθείσης», Δημοσθ.)
6. φρ. «Ἑαυτὸν τιμωρούμενος» — τίτλος κωμωδίας του Μενάνδρου.