Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δᾳδουργός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δᾳδουργός Medium diacritics: δᾳδουργός Low diacritics: δαδουργός Capitals: ΔΑΔΟΥΡΓΟΣ
Transliteration A: dāidourgós Transliteration B: dadourgos Transliteration C: dadourgos Beta Code: da|dourgo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A one who cuts pines for torches, ib.3.9.3.

German (Pape)

[Seite 513] Fackelmacher, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

δᾳδουργός: -όν, ὁ κόπτων πεύκας πρὸς συλλογὴν τῆς ῥητίνης, Θεόφρ. Ι. Φ. 3. 9, 3.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ resinero Thphr.HP 3.9.3.

Greek Monolingual

δᾳδουργός, ο (Α)
αυτός που κόβει πεύκα για να βγάλει ρετσίνι ή να ετοιμάσει δαδιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δας (δαδός) + -ουργός < έργον].