Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εισβάλλω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM εἰσβάλλω, Α και ἐσβάλλω)
εισέρχομαι ως εχθρός σε μια χώρα («Πελοποννήσιοι... ἐσέβαλον ἐς τὴν Ἀττικήν»)
νεοελλ.
εισέρχομαι ορμητικά («εισέβαλε στο δωμάτιό μου»)
αρχ.-μσν.
1. εισέρχομαι, μπαίνω
2. αρχίζω
αρχ.
1. ρίχνω μέσα, εισάγω
2. επιβιβάζω στο πλοίο
3. επιτίθεμαι
4. (για αρρώστια) προσβάλλω
5. (για ποταμό) εκβάλλω, συμβάλλω
6. (για εμπορεύματα) εισάγω.