Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκούσιος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἑκούσιος, -α, -ον και ἐκούσιος, -ον)
αυτός που γίνεται με τη θέλησή του, ο ηθελημένος
αρχ.
1. αυτός που ενεργεί με ελεύθερη βούληση
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἑκούσια
πράξεις εθελοντικές
3. (απρσ.) «ἑκούσιόν ἐστί μοι» — είμαι πρόθυμος για κάτι.