Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόθυμος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: πρόθῡμος Medium diacritics: πρόθυμος Low diacritics: πρόθυμος Capitals: ΠΡΟΘΥΜΟΣ
Transliteration A: próthymos Transliteration B: prothymos Transliteration C: prothymos Beta Code: pro/qumos

English (LSJ)

ον,

   A ready, willing, eager, π. εἰμι, c. inf., = προθυμέομαι, Hdt.2.3,6.5, al., E.Med.720, Antipho 5.18 (Comp.), etc.; π. ἔα πυθέσθαι I was eager to learn, Hdt.2.19; εἶναι ὡς -οτάτοισι συνεξελεῖν Id.1.36; -ότερος ἐγένου ἐμὲ λαβεῖν Pl.Smp.220e: with Art. inserted, τὸ προσταλαιπωρεῖν . . οὐδεὶς π. ἦν Th.2.53.    2 c. gen. objecti, eager for, ὧν π. ἦσθ' ἀεί S.El.3; χάριν . . ὧν πρόθυμοι γεγενήμεθα Th.3.67.    3 with Preps., ἐὰν γένῃ π. ἐς τὰ πράγματα Ar.Pl.209; παρέσχεν ἑαυτὸν . . -ότατον ἐς τὴν ὀλιγαρχίαν Th.8.68, cf. 74; προθυμότεροι ἐς τὸ διώκειν X.Cyr.1.4.22; ἐπί τι Id.HG1.1.34; πρὸς τὸν πόλεμον ib.1.5.2, cf. Pl. R.468c, etc.    4 abs., Hdt.9.91, E.Ba.829, Hec.307, etc.: τὸ πρόθυμον, = προθυμία, Id.Med.178(lyr.), Pl.Lg.859b.    II bearing goodwill, wishing well, devoted, φύλαξ . . τῇ σῇ π. εἰς ὁδὸν κυναγία S.Aj.37; π. εἶχ' ὀφθαλμὸν εἰς Ἰάσονα E.Med.1146; π. τῇ πόλει X.HG2.3.40; εἴς τινας ib.6.5.42, Lys.20.31.    III Adv. -μως readily, zealously, actively, Hdt.1.111, 5.13, etc.; π. υᾶλλον ἢ φίλως with more zeal than kindness, A.Ag.1591; π. λέγειν Pl.Prt.327b; ἐρωτᾶν D.8.38; μανθάνειν Pl.La.201b (Sup.); μάχεσθαι X.Ages.2.8 (Sup.); π. ἔχειν πρός τι Pl.Smp.176c: Comp. -ότερον Th.6.80, X.An.1.4.9, etc.: Sup. -ότατα Hdt.2.59, Th.8.68, etc.

German (Pape)

[Seite 724] geneigt, bereitwillig; c. inf., Eur. Hipp. 694 u. öfter; εἰς τὰ πράγματα, Ar. Plut. 209; πρόθυμος ἦν, er war Willens, hatte vor, Her. 6, 74; c. inf., 2, 3. 6, 5. 9, 13; οὐ πρόθυμός με εἶ διδάξαι, Plat. Euthyph. 14 b, u. öfter; auch πρὸς τὰς ᾠδάς, Legg. II, 666 a (vgl. Xen. Hell. 1, 5, 2, wie ἐπί τι, 1, 1, 34, εἴς τι, Cyr. 1, 4, 22); τὸ πρόθυμον παρέχεσθαι, = προθυμίαν, IX, 859 b, u. ähnlich προθύμους αὑτοὺς ἐν τοῖς κινδύνοις παρείχοντο, III, 694 a; dah. muthig, Soph. Ai. 36; auch wohlwollend, gewogen, Eur. Ion 1173; eifrig verlangend, Soph. El. 3. – Adv., προθύμως μᾶλλονφίλως, Aesch. Ag. 1573; Her. 6, 58; τὴν θύραν πάνυ προθύμως ὡς οἷός τ' ἦν ἐπήραξε, so schnell er konnte, Plat. Prot. 314 d; προθύμως ἔχειν πρὸς τὸ πίνειν, Conv. 176 c; προθύμως διακεῖσθαι, Pol. 2, 92, 5.

Greek (Liddell-Scott)

πρόθῡμος: -ον, ὡς καὶ νῦν, ἔχων προθυμίαν, ἕτοιμος νὰ πράξῃ τι, θέλων, πλήρης προθυμίας, πρόθυμός εἰμι, μετ’ ἀπαρ. = προθυμέομαι, Ἡρόδ. 2. 3., 6, 5, κ. ἀλλ., Εὐρ. Μήδ. 720, Ἀντιφῶν 131. 30, κτλ.· πρ. ἔα πυθέσθαι, ἤμην πρόθυμος νὰ μάθω, Ἡρόδ. 2. 19· εἶναι ὡς προθυμοτάτοισι συνεξελέειν ὁ αὐτ. 1. 36· προθυμότερος ἐγένου ἐμὲ λαβεῖν Πλάτ. Συμπ. 220Ε· ὡσαύτως προσλαμβανομένου τοῦ ἄρθρου, τὸ προσταλαιπωρεῖν... οὐδεὶς πρ. ἦν Θουκ. 2. 53. 2) μετὰ γεν. ἀντικειμ., πρόθυμος διά τι, ὧν πρ. ἦσθ’ ἀεὶ Σοφ. Ἠλ. 3· χάριν... ὧν πρόθυμοι γεγενήμεθα Θουκ. 3. 67. 3) μετὰ προθέσεων, πρ. γίγνεσθαι ἐς τὰ πράγματα Ἀριστοφ. Πλ. 209· παρέσχεν ἑαυτόν... προθυμότατον ἐς τὴν ὀλιγαρχίαν Θουκ. 8. 68, πρβλ. 74· ἐς τὸ διώκειν Ξεν. Κύρ. 1. 4. 22· ἐπί τι ὁ αὐτ. ἐν Ἑλλ. 1. 1, 34· πρός τι αὐτόθι 1. 5, 2, Πλάτ. Πολ. 468C, κτλ. 4) ἀπολ., Ἡρόδ. 9. 92, Εὐρ. Βάκχ. 859, Ἑκάβ. 307, κτλ.· ― τὸ πρόθυμον = προθυμία, Εὐρ. Μήδ. 178, Πλάτ. Νόμ. 859Β. ΙΙ. ὁ ἐπιθυμῶν τὸ καλόν τινος, καλὰς ἔχων διαθέσεις πρός τινα, πιστός, ἀφωσιωμένος, φύλαξ... τῇ σῇ πρόθυμος εἰς ὁδὸν κυνηγίᾳ Σοφ. Αἴ. 36· εἶχ’ ὀφθαλμὸν εἰς Ἰάσονα Εὐρ. Μήδ. 1146· πρ. τινὶ καὶ εἴς τινα Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 40., 6. 5, 42, Λυσί. 160. 37. ΙΙΙ. Ἐπίρρ. προθύμως, μετὰ προθυμίας Ἡρόδ. 1. 111., 5. 13, κτλ.· πρ. μᾶλλον ἢ φίλως, μετὰ προθυμίας μᾶλλον ἢ μετ’ ἀγαθότητος, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1591· πρ. λέγειν, ἐρωτᾶν, μανθάνειν, μάχεσθαι, κτλ.· συχν. παρ’ Ἀττ., πρ. ἔχειν πρός τι Πλατ. Συμπ. 176C. ― Συγκρ. -ότερον, Θουκ. 6. 80, Ξεν. Ἀνάβ. 1. 4, 9, κτλ.· ― ὑπερθ. -ότατα, Ἡρόδ. 2. 59, Θουκ. 8. 68, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
plein d’ardeur, de bonne volonté, d’empressement;
Cp. προθυμότερος, Sp. προθυμότατος.
Étymologie: πρό, θυμός.

English (Strong)

from πρό and θυμός; forward in spirit, i.e. predisposed; neuter (as noun) alacrity: ready, willing.

English (Thayer)

πρόθυμον (πρό and θυμός), from (Sophocles and) Herodotus down, ready, willing: τό πρόθυμον, equivalent to ἡ προθυμία: Thucydides 3,82; Plato, legg. 9, p. 859b.; Euripides, Med. verse 178; Josephus, Antiquities 4,8, 13; Herodian, 8,3, 15 (6 edition, Bekker) (on which cf. Irmisch); 3 Maccabees 5:26.

Greek Monolingual

-η, -ο / πρόθυμος, -ον, ΝΜΑ
αυτός που δείχνει καλή διάθεση και ζήλο για μια ενέργεια, αυτός που έχει προθυμία να κάνει κάτι που του ζητήθηκε ή που πρέπει (α. «είμαι πάντα πρόθυμη να σέ βοηθήσω» β. «οὐκ εἰμὶ πρόθυμος ἐξηγέεσθαι», Ηρόδ.)
αρχ.
1. αυτός που επιθυμεί το καλό κάποιου, αυτός που έχει καλές διαθέσεις προς κάποιον
2. (κατ' επέκτ.) πιστός, αφοσιωμένος («ἠπιστάμην ὅτι καὶ οἱ πρόθυμοι τῇ πόλει γεγενημένοι πάντες ὑπόπτως ἡμῑν ἕξοιεν», Ξεν.)
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ πρόθυμον
η προθυμία.
επίρρ...
προθύμως ΝΜΑ και πρόθυμα Ν
με προθυμία, με ζήλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + θυμός (πρβλ. ὑπέρ-θυμος)].

Greek Monotonic

πρόθῡμος: -ον,
I. 1. έτοιμος, πρόθυμος, ενθουσιώδης, αυτός που έχει ζήλο, πρόθυμός εἰμι, με απαρ., = προθυμέομαι, σε Ηρόδ., Αττ.
2. με γεν. πράγμ., ενθουσιώδης για..., σε Σοφ., Θουκ.
3. με πρόθ., πρόθυμος εἴς τι, σε Αριστοφ., Θουκ. κ.λπ.· ἐπί τι, πρός τι, σε Ξεν.
4. απόλ., σε Ηρόδ. κ.λπ.· τὸ πρόθυμον = προθυμία, σε Ευρ.
II. αυτός που έχει καλή διάθεση, αυτός που εύχεται το καλό, σε Σοφ., Ευρ. κ.λπ.
III. επίρρ. -μως, με προθυμία, με ζήλο, έμπρακτα, σε Ηρόδ. κ.λπ.· πρόθυμος μᾶλλονφίλως, με περισσότερο ζήλο παρά αγαθοσύνη, σε Αισχύλ.· συγκρ. -ότερον, σε Θουκ. κ.λπ.· υπερθ. -ότατα, σε Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

πρόθῡμος:
1) желающий, стремящийся (πυθέσθαί τι Her.): ὧν π. ἦσθ᾽ ἀεί Soph. (священные места), к которым ты всегда стремился;
2) склонный (εἴς, ἐπὶ и πρός τι Thuc., Arph., Xen., Plat. etc.);
3) (хорошо) расположенный, благосклонный, преданный (τινι и εἴς τινα Xen., Soph.; εἰς τὴν πόλιν Lys.);
4) смелый, храбрый (ἀνδρώδης τῇ ψυχῇ καὶ π. Plut.);
5) бодрый (τὸ πνεῦμα NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρό-θυμος -ον bereidwillig, ijverig:. τὸ προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρόθυμος ἦν niemand was bereid tevoren zich in te spannen voor iets dat goed scheen Thuc. 2.53.3; αὐτὸς προθυμότερος ἐγένου τῶν στρατηγῶν ἐμὲ λαβεῖν ἢ σαυτόν jij bleek er nog meer op gebrand dan de veldheren dat ik de prijs kreeg en niet jijzelf Plat. Smp. 220e. welwillend, toegewijd:; φύλαξ ἔβην τῇ σῇ πρόθυμος εἰς ὁδὸν κυναγίᾳ ik ging op weg als toegewijde bewaker over jouw jacht Soph. Ai. 37; πρόθυμον εἶχ ’ ὀφθαλμὸν εἰς Ἰάσονα zij hield haar blik liefdevol gericht op Jason Eur. Med. 1146; subst. τὸ πρόθυμον = προθυμία. begerig (naar), met gen.:; ὧν πρόθυμος ἦσθ ’ ἀεί waarnaar jij altijd verlangde Soph. El. 3; met prep. εἰς, ἐπί of πρός + acc.; met inf.:; τήνδε σοι δοῦναι χάριν... πρόθυμός εἰμι ik wil je graag deze gunst verlenen Eur. Med. 720; adv. προθύμως graag, ijverig:. προθύμως ἔχειν πρὸς τὸ πολὺν πίνειν οἶνον graag veel wijn drinken Plat. Smp. 176c.

Middle Liddell

πρό-θῡμος, ον,
I. ready, willing, eager, zealous, π. εἰμι, c. inf., = προθυμέομαι, Hdt., attic
2. c. gen. rei, eager for, Soph., Thuc.
3. with Preps., πρ. εἴς τι Ar., Thuc., etc.; ἐπί τι, πρός τι Xen.
4. absol., Hdt., etc.:— τὸ πρόθυμον = προθυμία, Eur.
II. bearing good-will, wishing well, Soph., Eur., etc.
III. adv. -μως, readily, zealously, actively, Hdt., etc.; πρ. μᾶλλονφίλως with more zeal than kindness, Aesch.:—comp. -ότερον, Thuc., etc.:—Sup. -ότατα, Hdt., etc.

Chinese

原文音譯:prÒqumoj 普羅-替摩士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:以前-感覺
字義溯源:熱切響往,願意,意願,情願,切望的,預備好的;由(πρό)*=前)與(θυμός)=熱情)組成,其中 (θυμός)出自(θύω / ἐπιθύω)*=急進)
出現次數:總共(3);太(1);可(1);羅(1)
譯字彙編
1) 願意(2) 太26:41; 可14:38;
2) 意願(1) 羅1:15