Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμβρυώδης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-ες
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο έμβρυο ή περιέχει έμβρυο («εμβρυώδη φυτά»)
2. αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση όμοια με του εμβρύου, που βρίσκεται στην αρχή της ανάπτυξής του.