Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενηλικιώνομαι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

και ενηλικιούμαι (-όομαι)
1. γίνομαι ενήλικος
2. (νομ.) αποκτώ τη νόμιμη ηλικία της αυτεξουσιότητας και χειραφεσίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ενήλικος με επίδραση του ηλικία. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό του Ἀγγέλου Βλάχου].