Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενηλικιώνομαι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και ενηλικιούμαι (-όομαι)
1. γίνομαι ενήλικος
2. (νομ.) αποκτώ τη νόμιμη ηλικία της αυτεξουσιότητας και χειραφεσίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ενήλικος με επίδραση του ηλικία. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό του Ἀγγέλου Βλάχου].