Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξόρυξη

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η (AM ἐξόρυξις) εξορύσσω
1. η εκσκαφή, η εξαγωγή μεταλλεύματος ή πετρώματος από το υπέδαφος
2. η βίαιη εξαγωγή τών οφθαλμών, η τύφλωση
νεοελλ.
η χειρουργική αφαίρεση του οφθαλμικού βολβού.