Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίβλεψη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἐπίβλεψις)
προσεκτική και υπεύθυνη παρακολούθηση μιας εργασίας, εποπτεία
μσν.
το να έλθει κάποιος και να κοιτάζει κάποιον ευνοϊκά και με φροντίδα
αρχ.
1. το να βλέπει κάποιος κάποιον, να τον παρακολουθεί προσεκτικά
2. έρευνα, εξέταση
3. (για άστρο) το να είναι ορατό.