Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίρρημα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

το (AM ἐπίρρημα) ρήμα
γραμμ. άκλιτο μέρος του λόγου, που προσδιορίζει κυρίως το ρήμα, αλλά και το επίθετο ή άλλο επίρρημα