Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίθετο

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

το (AM ἐπίθετος, -ον) επιτίθημι
Ι. το ουδ. ως ουσ. λέξη που προσαρτάται στο ουσιαστικό για να δηλώσει την ποιότητα ή την ιδιότητά του
νεοελλ.
οικογενειακό όνομα, επώνυμο
μσν.
παλούκι
αρχ.
1. παρωνύμιο
2. επίθεση, τοποθέτηση φαρμάκου
ΙΙ. επίθ. αρχ.-μσν. ἐπίθετος, -ον
πρόσθετος, τοποθετημένος επάνω σε κάτι άλλο, ο μη εγχώριος
2. ο επίκτητος («τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μὲν κοιναί... αἱ δὲ ἴδιαι και ἐπίθετοι»)
3. πλαστός
4. (για επιστολή) αυτή που δόθηκε να διαβιβαστεί κάπου
5. το αρσ. ως ουσ. ό ἐπίθετος
ονομασία βολής, ριξιάς στους κύβους.