Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιμήκυνση

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η επιμηκύνω
1. αύξηση του μήκους
2. η ιδιότητα τών μετάλλων και τών κραμάτων τους να επιμηκύνονται όταν ασκηθεί έλξη.