Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιμήκυνση

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η επιμηκύνω
1. αύξηση του μήκους
2. η ιδιότητα τών μετάλλων και τών κραμάτων τους να επιμηκύνονται όταν ασκηθεί έλξη.