Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιποιώ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

ἐπιποιῶ, -έω (AM) ποιώ
μσν.
(με εμπρόθ. δοτ. τόπου) ζω κάπου
αρχ.
1. κάνω ή προσθέτω κάτι επί πλέον
2. μέσ. ἐπιποιοῡμαι, -έομαι
κάνω κάτι για τον εαυτό μου, εκτελώ επί πλέον
3. προκαλώ, παράγω
4. επιγρ. επιβάλλω ποινή.