Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιχειρώ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(AM ἐπιχειρῶ, -έω)
1. δοκιμάζω, καταπιάνομαι με κάτι (α. «ἐπιχειρεῑ τὰ ἀδύνατα» β. «ὅς τῇ διώρυχι ἐπεχείρησε πρῶτος», Ηρόδ.)
2. προσπαθώ να κάνω κάτι («επιχείρησε να μιλήσει, αλλά δεν τον άφησαν»)
αρχ.
1. απλώνω το χέρι μου σε κάτι («oἱ μὲν δείπνῳ ἐπεχείρεον», Ομ. Οδ.)
2. επιτίθεμαι, προσβάλλω (α. «πρώτοισι μέν δὴ τούτοισι ἐπεχείρησε ὁ Κροῑσος», Ηρόδ.
β. «ἐπιχειρέοντι δὲ αὐτῷ καὶ ἔργου ἐχομένῳ», Ηρόδ.)
3. επιτίθεμαι με ερωτικές διαθέσεις
4. προσπαθώ ν’ αποδείξω κάτιπάλιν δή, ὅπερ ἄρτι ἐπεχείρουν», Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -χειρώ (< χειρ) ή «σύνθετο εκ συναρπαγής» από ανάλογες φράσεις].