Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απλώνω

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

(AM ἁπλῶ, -όω) [[[απλούς]] (-όος)]
αναπτύσσω, ξεδιπλώνω, ανοίγω
νεοελλ.
Ι. εκθέτω στο ύπαιθρο πράγματα νωπά ή υγρά για να στεγνώσουν
II. φρ.
1. «απλώνω την αρίδα μου» — επαναπαύομαι, αδιαφορώ τελείως
2. «απλώνω το χέρι πάνω σε κάποιον» — σηκώνω το χέρι για να κτυπήσω κάποιον
3. «απλώνω» ή «απλώνω το χέρι» — κλέβω.