Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ερωτοτροπώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-έω
μιλώ ή συμπεριφέρομαι ερωτικά σε κάποιο πρόσωπο, ζητώ να προκαλέσω με λόγια ή τρόπους την ερωτική συμπάθεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ερωτότροπος. Η λ. μαρτυρείται από το 1846 στον Ιω. Ισιδ. Σκυλίτση].