Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εύτολμος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ εύτολμος, -ον)
αυτός που έχει τόλμη, ο τολμηρός, ο θαρραλέος, ο σθεναρός
νεοελλ.-μσν.
αποφασιστικός
αρχ.
επιγρ. (με κακή σημ.) θρασύς.
επίρρ...
ευτόλμως και εύτολμα (ΑΜ εὐτόλμως, Μ και εὔτολμα)
με πολλή τόλμη, με πολύ θάρρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -τολμος (< τόλμη) πρβλ. από-τολμος, θρασύ-τολμος].