Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζεστασιά

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η
1. θερμοκρασία ανεκτή και ευχάριστη, θαλπωρή («κι έχυνε στο κατάστρωμα του κρεβατιού τη ζεστασιά»)
2. φιλικό και γεμάτο αγάπη περιβάλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζέσταση + κατάλ. -ιά].