Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιβάλλον

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

το
1. το σύνολο τών γεωγραφικών και φυσικών και, προκειμένου για τον άνθρωπο, και κοινωνικών και οικογενειακών συνθηκών μέσα στις οποίες γεννιέται, ζει και διαπλάσσεται κανείς (α. «φυσικό περιβάλλον» β. «κοινωνικό περιβάλλον» γ. «πολιτιστικό περιβάλλον)
2. (κοινων.) ο χώρος στον οποίο ζουν οι άνθρωποι και κυρίως οι φυσικές, υγιεινές, πολιτιστικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβιούν ως άτομα και ως κοινωνικές ομάδες
3. βιολ. ο χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται τα κύτταρα ή οι ζώντες οργανισμοί και μαζί με τον οποίο τα έμβια όντα πραγματοποιούν σταθερές ανταλλαγές ύλης ή ενέργειας, με αποτέλεσμα την εξάρτησή τους από αυτό
4. οικολ. το σύνολο τών αβιοτικών και βιοτικών παραγόντων που αλληλεπιδρούν με τους οργανισμούς, δηλ. το σύνολο τών συνθηκών που επικρατούν στον χώρο στον οποίο βρίσκεται ένας οργανισμός, έτσι ώστε, υπό την ευρεία έννοια της λέξης, το περιβάλλον αντιστοιχεί σε όλες τις επιδράσεις οι οποίες δεν προέρχονται από τα γονίδια, είναι αποτέλεσμα φυσικών αλληλεπιδράσεων, όπως του φωτός, της θερμοκρασίας, του νερού, της πίεσης, τών αερίων, καθώς και βιολογικών παραγόντων, όπως λ.χ. ατόμων του ίδιου είδους, στις διάφορες περιοχές της γης, δρα από την γονιμοποίηση ώς τον θάνατο και ασκεί σημαντική επίδραση στον οργανισμό
5. καθετί που βρίσκεται γύρω από κάτι
6. ο περίγυρος
7. (καλλ. τεχν.) έργο αποτελούμενο από σύνολο διαφόρων στοιχείων διατεταγμένων σε χώρο τρισδιάστατο στον οποίο ο θεατής μπορεί να εισχωρήσει ή να τον διατρέξει, δεχόμενος κάθε είδους ερεθίσματα: οπτικά, ακουστικά, κινητικά, απτικά κ.ά.
7. φρ. α) «εξωτερικό περιβάλλον»
βιολ. το περιβάλλον που έρχεται σε επαφή με το περίβλημα του ζωντανού οργανισμού, αλλά δεν εισχωρεί στις κοιλότητές του, όπως είναι ο ατμοσφαιρικός αέρας για τα πτηνά ή τα έντομα, το νερό για τα ψάρια, το έδαφος για τα σκουλήκια της γης ή τις ρίζες, και χαρακτηρίζεται σε μια δεδομένη στιγμή από διάφορους παράγοντες που το αποτελούν, βραχυπρόθεσμα από την θερμοκρασία, την πίεση, την σύσταση και μακροπρόθεσμα από την σταθερότητα του ή την περιοδική ή τυχαία ποικιλία του
β) «εσωτερικό περιβάλλον»
βιολ. το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται τα κύτταρα τών ανώτερων ζώων, δηλ. το σύνολο τών χυμών του σώματος, όπως είναι το αίμα, η λέμφος κ.ά., μέσα στους οποίους βρίσκονται τα κύτταρα τών ζωντανών οργανισμών
γ) «κοιλωματικό περιβάλλον»
βιολ. το σύνολο τών κοιλοτήτων του σώματος που αποτελούν περιβάλλον για πολλά ενδοπαράσιτα
δ) «περιβάλλον εργασίας» — το σύνολο τών φυσικών τεχνητών και ψυχολογικών συνθηκών που επικρατούν στους χώρους εργασίας
ε) «γλωσσικό περιβάλλον» — το φώνημα, το μόρφημα, η λέξη ή άλλο στοιχείο που προηγείται ενός άλλου καθώς και εκείνο που ακολουθεί σε δεδομένο τμήμα φωνούμενου λόγου, όπως λ.χ. τα στοιχεία Χ και Ψ αποτελούν το περιβάλλον του στοιχείου Ν, εφόσον υπάρχει σε αλυσίδα λόγου η ακολουθία Χ-Ν-Ψ
στ) «θεωρία του περιβάλλοντος»
βιολ. θεωρία σύμφωνα με την οποία οι εξωτερικές συνθήκες ασκούν σημαντική επίδραση σε έναν οργανισμό, ο οποίος, τοποθετούμενος μέσα στις νέες συνθήκες και προκειμένου να ανταποκριθεί σε αυτές με φυσιολογικές μεταβολές που μπορεί να συνοδεύονται ή όχι και από μορφολογικές μεταβολές, παρουσιάζει ρυθμιστική προσαρμογή που εκδηλώνεται με την μορφή χρήσιμων και ατομικών αντιδράσεων στις μεταβολές τών εξωτερικών παραγόντων
ζ) «δίκαιο περιβάλλοντος» (νομ.) το σύνολο τών νομικών διατάξεων που οριοθετούν την επιτρεπτή, σε αναφορά προς το περιβάλλον, ανθρώπινη δράση, την δράση δηλ. εκείνη του ατομικώς ή συλλογικώς δρώντος ανθρώπου, η οποία, είτε ενδυναμώνει είτε, πάντως, δεν αποδυναμώνει κρίσιμα τους όρους ισορροπίας τών θετικών για την ζωή, στο σύνολό της, στοιχείων του περιβάλλοντος, ενώ ως περιβάλλον θεωρείται στην προκειμένη περίπτωση καθετί που περιβάλλει τον άνθρωπο, είτε ως προδεδομένο στοιχείο του αντικειμενικού, μη ανθρώπινου κόσμου, είτε ως στοιχείο παράγωγο της ανθρώπινης δράσης και το οποίο διακρίνεται ειδικότερα σε φυσικό, ανόργανο και οργανικό, φυτικό και ζωικό, γήινο και κοσμικό, και ανθρωπογενές, όπως είναι οι οικισμοί, εγγειοβελτιωτικά έργα, τα συγκοινωνιακά δίκτυο, οι τηλεπικοινωνιακές διασυνδέσεις, οι βιομηχανικές μονάδες και τα βιομηχανικά σύνολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. της μτχ. του περιβάλλω.