Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ημερίς

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ἡμερίς, ἡ (Α) ήμερος
1. ήμερο αμπέλι, καλλιεργημένο κλήμα
2. η ήμερη βαλανιδιά
3. φρ. μτφ. «ἡ ποιητική ἡμερίς τῶν Μουσῶν» — η ποιητική σταφύλη, η ευγενής ποίηση τών Μουσών (Πλούτ.).