Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμπέλι

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

το
1. τόπος φυτεμένος με κλήματα, συστάδα κλημάτων, αμπελώνας
2. το φυτό της αμπέλου, το κλήμα
3. οινοφόρος αμπελώνας
4. φρ. «πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι», για κάποιον που πέθανε, χάθηκε άδικα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ἀμπέλιν < αρχ. ἀμπέλιον υποκορ. του ἄμπελος.
ΠΑΡ. αμπελάκι, αμπελάς, αμπελήσιος, αμπελιά, αμπελιάτικα, αμπελώνας.
ΣΥΝΘ. Ως α΄ συνθ. αμπελάνθισμα, αμπελαξίνα, αμπελόβεργα, αμπελόβεργο, αμπελοβλάσταρο, αμπελόκηπος, αμπελοκλάδεμα, αμπελοκλαδευτήρι, αμπελοκλαδευτής, αμπελοκλάδι, αμπελόκλημα, αμπελοκόπι, αμπελοκούτσουρο, αμπελομάνα, αμπελομάχαιρο, αμπελοπρίονο, αμπελόριζα, αμπελόσκαμμα, αμπελοστάφυλο, αμπελότρυγος, αμπελοτρύπανο, αμπελοφάσουλο, αμπελοχώραφο
ως β' συνθ. αγριάμπελο, παλιάμπελο, σταφυλάμπελο, σταφιδάμπελο, κρασάμπελο κ.ά.].