Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

1. η κινητή ή ακίνητη περιουσία που έχει κάποιος στην κατοχή του («έχει μεγάλη ιδιοκτησία»)
2. η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, η κυριότητα («η έκταση αυτή περιήλθε στην ιδιοκτησία μου»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιόκτητος. Η λ. μαρτυρείται από το 1782 στον Αδάμ. Κοραή].