Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιδιοκτησία

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η
1. η κινητή ή ακίνητη περιουσία που έχει κάποιος στην κατοχή του («έχει μεγάλη ιδιοκτησία»)
2. η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, η κυριότητα («η έκταση αυτή περιήλθε στην ιδιοκτησία μου»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιόκτητος. Η λ. μαρτυρείται από το 1782 στον Αδάμ. Κοραή].