Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καθέζω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

French (Bailly abrégé)

ao. ind. 3ᵉ sg. καθεῖσε, sbj. 3ᵉ pl. καθέσωσι;
plonger dans;
Moy. καθέζομαι (impf. ἐκαθεζόμην, fut. καθεδοῦμαι, ao. ἐκαθέσθην);
1 s’asseoir : ἐπί τινι, ἔν τινι, εἴς τι, sur qch;
2 être ou demeurer assis ; être immobile, inerte.
Étymologie: κατά, ἕζω.