Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαῦλος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: φαῦλος Medium diacritics: φαῦλος Low diacritics: φαύλος Capitals: ΦΑΥΛΟΣ
Transliteration A: phaûlos Transliteration B: phaulos Transliteration C: faylos Beta Code: fau=los

English (LSJ)

η, ον, also ος, ον E.Hipp.435, Fr.1083.9, Th.6.21: (cf. φλαῦρος):—

   A cheap, easy, slight, paltry, first found commonly in E., twicein Hdt.1.26, 126 (Comp., elsewh.φλαῦρος), six times in Democr., Fr.87, al., twice in S., Frr.41,771: Adv. φαύλως once in A.: A. Pers. 520.    I of things, easy, slight, φ. ἀθλήσας πόνον E.Supp.317; φαυλότατον ἔργον tis as easy as lying', Ar.Eq.213; φ. πρᾶγμα Id.Lys.14; τὸ ζήτημα οὐ φ. Pl.R.368c; φ. ἐρώτημα Id.Phlb.19a; φαῦλον αὐτοῖς προστάξομεν Id.R.423c: freq. with negat., οὐ φ., ἀλλὰ χαλεπὸν πιστεῦσαι ib.527d; μάχη οὐ φ. Id.Tht.179d; οὐ φ. τέχνη Id.Sph.223c; οὔτοι βασιλέα φαῦλόν [ἐστι] κτανεῖν 'tis no slight matter to kill a king, E.El.760; νυκτὸς γὰρ οὔτι φ. ἐμβαλεῖν στρατόν no easy matter, Id.Rh.285; οὐ φ. πληγαί D.54.13; φιλοῦσιν ἰατροὶ λέγειν τὰ φαῦλα μείζω Men.497; φαῦλα ἐπιφέρειν bring paltry charges, Hdt.1.26; τὰ φ. νικήσας ἔχω have gained petty victories, S.Fr.41 (wrongly glossed by μέγα in Phot., Suid., and EM789.43, cf. Hsch); σύμμαχον Τροίᾳ μολόντα Ῥῆσον οὐ φαύλῳ τρόπῳ, i. e. with no trivial force, E.Rh. 599; παρὰ φαῦλον ποιεῖσθαί τι D.H.Rh.4.2, cf. Lib.Or.14.26. Adv. -λως εὑρεῖν, τυχεῖν, Ar.Eq.404 (troch.), 509 (anap.); φ. πάνυ Id.Lys. 566 (anap.); φ. ἐκφυγεῖν to get off easily, Id.Ach.215 (lyr.); φ. ἀποδράς Id.Th.711 (lyr.); φαυλότατα καὶ ῥᾷστα Id.Nu.778; οὔτι φαύλως ἦλθε with no trivial force, E.Ph.112; φ. βοηθήσειν D.15.13; φαύλως καὶ γλίσχρως παρείχοντο χρήματα Hell.Oxy.14.2; τὰς ἐλπίδας φ. ἔχειν to be slight, Hdn.1.3.1.    2 simple, ordinary, δίαιτα Hp.Fract.36, Art.49, Eur.Fr.213.4; σῖτα καὶ ποτὰ φαυλότατα X.Mem.1.6.2, cf. Hp. Vict.3.68 (Comp.); but freq. with sense poor, indifferent, στρατιά Th.6.21; ἀσπίδες, τείχισμα, παρασκευή, Id.4.9.115, 6.31; ἱμάτιον X. l. c. Adv. -λως, διατρίβειν ἐν φιλοσοφίᾳ Pl.Tht.173c; μὴ φ. μηδὲ ἰδιωτικῶς Id.Lg.966e.    3 mean, bad, πρῆξις Democr.177; λόγοι E. Andr.870, ψόγος Id.Ph.94 (perh. both in signf. 1.1 and in 1.3); οὐ φ. ὄψις Pl.R.519a; φ. δόξα D.24.205; τὰ πράγματ' ἐστὶ φ. Id.19.30; φαῦλα διαπεπραγμένος Philem.229; ὁ φαῦλα πράττων Ev.Jo.3.20; μηδὲ πραξάντων τι ἀγαθὸν ἢ φ. Ep.Rom.9.11; τὸ φ. evil, E.IT390; τὰ φ., opp. τὰ ἀγαθά, X.Smp.4.47; τύχη φ., opp. ἀγαθή, Arist.Ph. 197a26, cf. Metaph.1065a35; τὴν πόλιν μηθὲμ φ. παθεῖν OGI765.35 (Priene); κομίσασθαι . . εἴτε ἀγαθὸν εἴτε φ., of rewards and punishments, 2 Ep.Cor.5.10; φ. μαίωσις Sor.2.17, cf. 1.91, al.    II of persons, low in rank, mean, common, E.Fr.688; οἱ φαυλότατοι the commonest sort (of soldiers), Th.7.77; [γάμος] ὁ ἐκ τῶν φαυλοτέρων, opp. ἐκ μειζόνων, X.Hier.1.27, cf. Pl.R.475b; of outward looks, αἱ φαυλότεραι the plainer ones, Ar.Ec.617, cf. 626 (Comp., both anap.).    2 inefficient, bad, διδάσκαλος S.Fr.771.3; τὸ φ. καὶ τὸ μέσον καὶ τὸ πάνυ ἀκριβές the inefficient, the middling, and the perfect, Th.6.18; φ. αὐλητής, opp. ἀγαθός, Pl.Prt.327c; τοξότης Id.Tht.194a; οὐ δὲ φαύλων ἀνδρῶν οὐδὲ τῶν ἐπιτυχόντων Id.Cra. 390d; opp. σπουδαῖος, Isoc.1.1, Pl.Lg.757a, etc.; esp. in point of education and accomplishments, opp. σοφός, οἱ γὰρ ἐν σοφοῖς φαῦλοι παρ' ὄχλῳ μουσικώτεροι λέγειν E.Hipp.989, cf. Ph.496, Ion 834, Pl.Smp.174c, Alc.1.129a; τὸ πλῆθος τὸ -ότερον E.Ba.431 (lyr.); οἱ -ότεροι, opp. to οἱ ξυνετώτεροι, Th.3.37; οἱ φαυλότεροι γνώμην ib.83; τὰ γράμματα φαῦλοι Pl.Phdr.242c (so in Adv., φαυλοτέρως πεπαιδευμένοι Id.Lg.876d); generally, inferior, Id.Grg.483c: c. inf., φαῦλοι μάχεσθαι E.IT305; φ. λέγειν, φ. διαλεχθῆναι, Pl.Tht.181b, Prt. 336c: of animals, φ. κύων D.26.22; φαυλότατοι ἵπποι X.Mem.4.1.3.    3 careless, thoughtless, indifferent, E.Med.807:—esp. in Adv., φαύλως ἐκρίνατε judged lightly, A.Pers.520; φ. εὕδειν E.Rh. 769; οὐχ ὧδε φ. Id.Ion1546; φ. παραινεῖν off-hand, Id.HF89; λόγισαι φαύλως μὴ ψήφοις ἀλλ' ἀπὸ χειρός off-hand, roughly, Ar.V.656 (anap.); φ. εἰπεῖν casually, Pl.R.449c; φ. φέρειν to bear lightly, E. IA850, Ar.Av.961.    4 in good sense, simple, unaffected, φαῦλον, ἄκομψον, τὰ μέγιστ' ἀγαθόν E.Fr.473 (anap.), cf. D.L.3.63. Adv. -λως, παιδεύειν τινά by a very simple method, X.Oec.13.4; φ. καὶ βραχέως ἀποκρίνασθαι Pl.Tht.147c.    5 of health, etc., φαύλως ἔχειν to be ill, Hp.Aph.2.32; φ. πράττειν to be in sorry plight, Men. Sam.165; φ. ἔχει τὰ πράγματα D.10.3, al.

German (Pape)

[Seite 1259] auch zweier Endgn, Eur. Hipp. 435 u. Thuc. 6, 21, schlecht, schlimm, böse; δαίμων Theogn. 163; Her. 1, 126, der sonst immer die ion. Form φλαῦρος hat; moralisch schlecht, schändlich, bes. vom Krieger = feig, Eur. I. T. 305 u. öfter; häßlich, Ar. Eccl. 617; Ggstz von σπουδαῖος, Isocr. 1, 1; vgl. Xen. Cyr. 2, 2,24; u. von ἀγαθός, Plat. Prot. 327 c; καὶ μοχθηρός Gorg. 486 b; mit einem acc. der nähern Bestimmung, οἱ φαῦλοι τὰ γράμματα Phaedr. 242 c; u. c. inf., Prot. 336 c; Ggstz σοφός, Conv. 174 u. Eur. Phoen. 496; Ggstz ξυνετώτεροι, Thuc. 3, 37, vgl. 83. – Uebh. was nicht so ist, wie es sein soll; τείχισμα Thuc. 4, 115, vgl. 4, 9; στρατιά, geringes Heer, 6, 21; φαύλως ἔχοντα τὰ εἰρημένα, was nicht überzeugt, Isocr. 4, 6; καὶ ἀγεννὴς κύων Dem. 26, 22; τὰ πλεῖστα τῆς χώρας φαῦλα καὶ ἀγεννῆ Plut. Sol. 22; παρὰ φαῦλον ποιεῖσθαι, gering schätzen, verachten, D. Hal. rhet. 4, 2; φαῦλον πρᾶγμα Xen. An. 6, 4,12. – Häufig aber ohne bes. Tadel; bes. οὐ φαῦλον, non mediocris, vgl. Plat. Theaet. 151 e; einfach, unbedeutend, wenig Umstände erfordernd, leicht, τὰ φαῦλα καὶ πρόχειρα Theaet. 147 a; τὸ ζήτημα οὐ φαῦλον, ἀλλὰ ὀξὺ βλέποντος Rep. II, 368 c; Gsgtz χαλεπός, VII, 527 d; dah. auch wohlfeil, im Ggstz zum Kostbaren, Ausgesuchten, Sp.; φαύλως φέρειν, gleichgültig ertragen, ohne viel Aufhebens davon zu machen, Eur. I. A. 850; Ar. Av. 961; φαύλως παιδεύειν, schlicht, einfach erziehen, Xen. oec. 13, 4; ἀποκρίνασθαι, Plat. Theaet. 147 c. – Auch = leichtsinnig, die Dinge zu leicht nehmend; φαῦλον Ggstz von πάνυ ἀκριβές Thuc. 6, 18; φαύλως ἐκρίνατε Aesch. Pers. 512, schlecht; φαυλότατα καὶ ῥᾷστα vrbdt Ar. Nubb. 768; φαύλως ἀποδιδράσκειν, leicht entfliehen, Ach. 220; Th. 711. – Vgl. φλαῦρος, φαῦρος, παῦρος, paulus, faul, flau.

Greek (Liddell-Scott)

φαῦλος: -η, -ον, καὶ ος, ον Εὐρ. Ἱππ. 435, Ἀποσπ. 1068. 8, Θουκ. 6. 21· (πρβλ. φλαῦρος). Κυρίως σημαίνει ἔλλειψιν φροντίδος ἢ ἀξίας, ἐπί τε προσώπων καὶ ἐπὶ πραγμάτων, ἐν χρήσει κυρίως πρῶτον παρ’ Εὐρίπ.· διότι παρὰ Θεόγν. 163, ἤδη ἐκ διορθώσεως φέρεται δειλῷ· παρ’ Ἡροδ. ἐπικρατεῖ ὁ τύπος φλαῦρος (εἰ καὶ μένει τὸ φαῦλος ἐν 1. 26 καὶ 126)· φαύλως ἀπαντᾷ μόνον ἅπαξ παρ’ Αἰσχύλῳ καὶ φαῦλος ἐν δυσὶν ἀποσπάσματι τοῦ Σοφ. Ι. ἐπὶ πραγμάτων, εὔκολος, ἐλαφρός, μικρός, φαῦλον ἀθλήσας πόνον Εὐρ. Ἱκ. 317· φαυλότατον ἔργον, εὐκολώτατον, Ἀριστοφ. Ἱππ. 213, πρβλ. Λυσίαν 14· τὸ ζήτημα οὐ φ. Πλάτ. Πολ. 368C· φ. ἐρώτημα ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 19Α· οὐ φ., ἀλλὰ χαλεπὸν πιστεῦσαι ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 527D, πρβλ. 423C· καὶ συχν. μετὰ τοῦ οὐ, ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 179D, κ. ἀλλ.· οὐ φ. [ἐστι] βασιλέα κτανεῖν, δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα νὰ φονεύσῃ τις βασιλέα, Εὐρ. Ἠλ. 760· ― οὕτως ἐν τῷ ἐπιρρ., φαύλως κρίνειν, ἐλαφρῶς κρίνειν τι, μὴ θεωρεῖν αὐτὸ σπουδαῖον, ὑμεῖς δὲ φαύλως αὔτ’ ἄγαν ἐκρίνατε Αἰσχύλ. Πέρσ. 520· εἴθε φαύλως, ὥσπερ εὗρες, ἐκβάλοις τὴν ἔνθεσιν, εἴθε οὕτως εὐκόλως, ὥσπερ ἐπέτυχες, ἐκβάλῃς τὴν ἔνθεσιν, Ἀριστοφ. Ἱππ. 404· οὐκ ἂν φαύλως ἔτυχεν τούτου, οὐκ ἂν εὐχερῶς ἔτυχε τούτου, αὐτόθι 509, φ. πάνυ ὁ αὐτ. ἐν Λυσ. 566· φ. ἀποδιδράσκειν, ἐκφεύγειν, εὐχερῶς, ἄνευ πολλοῦ κόπου, ὁ αὐτ. ἐν Ἀχ. 215, ἐν Θεσμ. 711· φαύλότατα καὶ ῥᾷστα ὁ αὐτ. ἐν Νεφ. 778· ― οὕτω καί, παρὰ φαῦλον ποιεῖσθαί τι Διον. Ἁλ. Τέχνη Ρητ. 4. 2. 2) μηδαμινός, «πρόστυχος», εὐτελής, μικρός, ἀνάξιος λόγου, δίαιτα Ἱππ. περὶ Ἀγμ. 775, Εὐρ. Ἀποσπ. 212· σιτία, ποτὰ Ξεν. Ἀπομν. 1. 6, 2· στρατιὰ Θουκ. 6. 21· ἀσπίδες, τείχισμα ὁ αὐτ. 4. 9, 115· ἱμάτιον Ξεν. ἔνθ’ ἀνωτ.· οὐ φ. πληγαὶ Δημ. 1261. 5· φιλοῦσιν ἰατροὶ λέγειν τὰ φαῦλα μείζω Μένανδρ. ἐν «Φανίῳ» 3· φαῦλα ἐπιφέρειν, μικρὰς κατηγορίας, Ἡρόδ. 1. 26· τὰ φ. νικᾶν, μικρὰς νίκας, Σοφ. Ἀποσπ. 39· ― οὕτως ἐν τῷ ἐπιρρ., οὔτι φαύλως ἦλθε, οὐχὶ μετὰ μικρᾶς δυνάμεως, Εὐρ. Φοίν. 111· φ. βοηθεῖν Δημ. 150. 29· ἐπειδὴ δὲ αὑτῷ τὰς πρὸς σωτηρίαν ἐλπίδας φαύλως ἔχειν ὑπώπτευεν, ἐπειδὴ δὲ ὑπώπτευεν ὅτι αἱ πρὸς σωτηρίαν αὐτοῦ ἐλπίδες ἦσαν μικραί, Ἡρῳδιαν. 1. 3. 3) ἐλεεινός, κακός, λόγοι Εὐρ. Ἀνδρ. 870· ψόγος ὁ αὐτ. ἐν Φοιν. 94· οὐ φαύλῳ τρόπῳ ὁ αὐτ. ἐν Ρήσῳ 599· οὐ φ. ὄψις Πλάτ. Πολ. 519Α· οὐ φ. τέχνη ὁ αὐτ. ἐν Σοφιστ. 223Β· φ. δόξα Δημ. 764. 3· τὰ πράγματα φαῦλα γέγονε ὁ αὐτ. 26. 22., 350. 10· φαῦλα διαπεπραγμένος Φιλήμων ἐν Ἀδήλοις 51D· ― τὸ φαῦλον, τὸ κακόν, Εὐρ. Ἰφ. ἐν Αὐλ. 390. ― Ἐπίρρ., φαύλως διατρίβειν ἐν φιλοσοφίᾳ Πλάτ. Θεαίτ. 173C. II. ἐπὶ προσώπων, ταπεινὸς τὸ γένος ἢ τὴν τάξιν, πρόστυχος, Εὐρ. Ἀποσπ. 689· οἱ φαυλότατοι, οἱ τοῦ κοινοτάτου εἴδους (στρατιῶται), Θουκ. 6. 77· ὁ γάμος ἐκ τῶν φαυλοτέρων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἐκ τῶν μειζόνων, Ξενοφ. Ἱέρων 1. 27, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 475Β· ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ φαινομένου, αἱ φαυλότεραι, αἱ ἀσχημότεραι, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 617. 626 2) ὁ ἄνευ ἀξίας, ἄθλιος, ἀνάξιος λόγου, πρόστυχος, κακός, διδάσκαλος Σοφ. Ἀποσπ. 707· τὸ φαῦλον καὶ τὸ μέσον καὶ τὸ πάνυ ἀκριβὲς Θουκ. 6. 18 φ. αὐλητής, τοξότης, κλπ., Πλάτ. Πρωτ. 327C, ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 194Α, κλπ.· οὐ φαύλων ἀνδρῶν, οὐδὲ τυχόντων ὁ αὐτ. ἐν Κρατ. 390D· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σπουδαῖος, Ἰσοκρ. 2Α, Πλάτ., κλπ., μάλιστα ὡς πρὸς τὴν παιδείαν καὶ τὴν ἱκανότητα, ἀντίθετον τῷ σοφός, οἱ γὰρ ἐν σοφοῖς φαῦλοι παρ’ ὄχλῳ μουσικώτεροι λέγειν Εὐρ. Ἱππ. 988, πρβλ. Φοιν. 496, Ἴωνα 834, Πλάτ. Συμπ. 174C· τὸ πλῆθος τὸ φαυλότερον Εὐρ. Βάκχ. 430· οἱ φαυλότεροι, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ οἱ ξυνετώτεροι, Θουκ. 3. 37, πρβλ. 83· φαῦλος τὰ γράμματα Πλάτ. ἐν Φαίδρῳ 242C· μετ’ ἀπαρ., φαῦλος μάχεσθαι Εὐρ. Ἰφ. ἐν Ταύρ. 305· φ. λέγειν, φ. διαλεχθῆναι Πλάτ. Θεαίτ. 181Β, Πρωτ. 336C· ― ἐπὶ ζῴων, φ. κύων Δημ. 807. 4· φαυλότατοι ἵπποι Ξεν. Ἀπομν. 4. 1, 3. 3) ἀμέριμνος, ἀπερίσκεπτος, ἀδιάφορος, Λατ. securus, Εὐρ. Μήδ. 807, κλπ.· ― μάλιστα ἐν τῷ ἐπιρρ., φαύλως κρίνειν Αἰσχύλ. Πέρσ. 520· φ. εὕδειν Εὐρ. Ρῆσ. 769· οὐχ ὧδε φ. ὁ αὐτ. ἐν Ἴωνι 1546· φ. παραινεῖν, ἐκ τοῦ προχείρου, ὁ αὐτ. ἐν Ἠρ. Μαιν. 89· φαύλως λογίσασθαι, προχείρως, ἐκ τοῦ προχείρου, γενικῶς, Ἀριστοφ. Σφ. 656· φαύλως εἰπεῖν, οὐχὶ ἀκριβῶς, Πλάτ. Πολ. 449C, Θεαίτ. 147C· φαύλως φέρειν, ὡς τὸ ῥᾳδίως φ., ὑποφέρειν εὐκόλως, ἄνευ πολλῶν δυσκολιῶν, Εὐρ. Ἰφ. ἐν Αὐλ. 850, Ἀριστοφ. Ὄρν. 961 4) ἐπὶ καλῆς σημασίας, ἁπλοῦς, ἀνεπιτήδευτος, φαῦλον, ἄκομψον, τὰ μέγιστ’ ἀγαθὸν Εὐρ. Ἀποσπ. 476, πρβλ. Πλάτ. Γοργ. 483C, Ἀλκιβ. α΄, 129Α, Meineke Κωμ. Ἀποσπ. 2, 363· ― φαύλως παιδεύειν τινὰ Ξεν. Οἰκον. 13. 4· φ. πεπαιδευμένος Πλάτ. Νόμ. 876D· πρβλ. φαυλότης 3. 5) ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ φαινομένου, ἀτημέλητος, ἠμελημένος, ἄσχημος, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 617, 626, 702. 6) ἐπὶ ὑγείας, φαύλως ἔχω, εἶμαι ἀσθενής, Ἱππ. Ἀφορ. 4245. ΙΙΙ. κατὰ Φώτ., «τεθείη δ’ ἂν καὶ ἐπὶ τοῦ μεγάλου· Σοφοκλῆς Αἰχμαλωτίσιν (Ἀποσπ. 36) “εἰ μικρὸς ὢν τὰ φαῦλα νικήσας ἔχω”» πρβλ. Ἐτυμ. Μέγ. 789, 43, καὶ Ἡσύχ. ἐν λέξ. φαῦλον· ἀλλ’ αἱ μνημονευόμεναι λέξεις τοῦ ἀποσπάσματος δύνανται κάλλιστα νὰ ἑρμηνευθῶσι διὰ τῆς κοινῆς σημασίας τῆς λέξεως, ἴδε Ellendt. ἐν λέξ.

French (Bailly abrégé)

η ou ος, ον :
de qualité inférieure :
A. avec idée de blâme :
I. laid;
II. méchant, malveillant ; τὸ φαῦλον EUR le mal;
III. défectueux : ἵππος XÉN cheval défectueux ; φαῦλος τὴν γνώμην THC qui a une intelligence vulgaire ; φαῦλος μάχεσθαι EUR impropre à combattre;
IV. de peu de prix :
1 vil, commun : φαῦλα σιτία XÉN aliments grossiers ; φαῦλον ἱμάτιον XÉN vêtement commun ; φαῦλαι ἀσπίδες THC mauvais boucliers;
2 insignifiant, sans importance : οὐ φαῦλον πρᾶγμα XÉN affaire non sans importance;
3 léger, insouciant, frivole ; τὸ φαῦλον THC la nature frivole ou insouciante de la jeunesse;
4 négligent, indolent, paresseux;
B. sans idée de blâme :
I. d’un rang inférieur ; οἱ φαυλότατοι THC les soldats de dernière classe;
II. simple :
1 non compliqué;
2 facile, aisé, commode ; οὐ φαῦλον PLAT chose non facile;
Cp. φαυλότερος, Sp. φαυλότατος.
Étymologie: cf. lat. vilis.

English (Strong)

apparently a primary word; "foul" or "flawy", i.e. (figuratively) wicked: evil.

English (Thayer)

φαύλῃ, φαῦλον (akin to German faul and flau), easy, slight, ordinary, mean, worthless, of no account; ethically, bad, wicked, base (Theognis, (?), Euripides, Xenophon, Plato, Plutarch): φαῦλον τί λέγειν περί τίνος, φαῦλα πράσσειν (R. V. to do ill), τά φαῦλα πράσσειν opposed to τά ἀγαθά ποιεῖν, φαῦλον (opposed to ἀγαθόν πράσσειν, L T Tr WH; T Tr text WH. (See Trench, Synonyms, § lxxxiv.)

Greek Monolingual

-η, -ο / φαῡλος, -αύλη, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και -ος ΜΑ
κακοήθης, ανήθικος, αχρείος (α. «συναναστρέφεται με όλους τους φαύλους» β. «διὰ τί οὖν τῶν ἀγαθῶν πατέρων πολλοὶ υἱεῑς φαῡλοι γίγνονται», Πλάτ.)
νεοελλ.
φρ. «φαύλος κύκλος»
α) (λογ.) βλ. κύκλος
β) μτφ. προβληματική κατάσταση που επαναλαμβάνεται χωρίς να βρεθεί λύση, αδιέξοδο
αρχ.
1. αυτός που στερείται φροντίδας ή αξίας
2. (κατ επέκτ.) μικρός, εύκολος, απλός («οὐ... φαῡλον ἀλλὰ χαλεπὸν πιστεῡσαι», Πλάτ.)
3. ευτελής, μηδαμινός, ασήμαντος («οὐ ναυτικῆς καὶ φαύλης στρατιᾱς», Θουκ.)
4. αισχρός, ελεεινός, άθλιος («φαῡλος... ψόγος», Ευρ.)
5. (για πρόσ.) αυτός που κατάγεται από ταπεινό γένος ή τάξηγάμος ὁ μὲν ἐκ μειζόνων... ὁ δ' ἐκ φαυλοτέρων», Ξεν.)
6. δύσμορφος, άσχημος («οὐ φαύλην ἔχον τὴν ὄψιν», Πλάτ.)
7. ανίκανος, ανάξιος («φαῡλος διδάσκαλος», Σοφ.)
8. ασθενής, αδύνατος
9. αμέριμνος, ξένοιαστος, αδιάφοροςμηδείς με φαύλην κἀσθενῆ νομιζέτω μηδ' ἡσυχαίαν», Ευρ.)
10. (με καλή σημ.) αφελής, αγαθός, ανεπιτήδευτος («φαῡλον ἄκομψον, τὰ μέγιστ' ἀγαθόν», Ευρ.)
11. (σχετικά με υγεία) άρρωστος ή τραυματισμένος
12. (κατά τον Φώτ.) «φαῡλον... Τεθείη, δ' ἄν καὶ ἐπὶ τοῡ μεγάλου»
13. το ουδ. ως ουσ. τὸ φαῡλον
κακό, δυστυχία
14. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ φαῡλα
α) δυστυχία
β) πονηρές, κακές πράξεις
15. φρ. α) «τὰ φαῡλα νικᾱν» — επιτυγχάνω ασήμαντη νίκη (Σοφ.)
β) «παρὰ φαῡλον τίθεσθαι» — θεωρώ ανάξιο λόγου, περιφρονώ.
επίρρ...
φαύλως ΝΜΑ, και φαύλα Ν
με φαύλο τρόπο, κακώς, άθλια, ανήθικα, ελεεινά
αρχ.
1. εύκολα («οὐκ ἄν φαύλως ἔτυχεν τούτου», Αριστοφ.)
2. με μικρή, με ανάξια λόγου δύναμη («οὐ γάρ τι φαύλως ἦλθε Πολυνείκης χθόνα», Ευρ.)
3. επιπόλαια, απερίσκεπτα («ὑμεῑς δὲ φαύλως αὔτ' ἄγαν ἐκρίνατε», Αισχύλ.)
4. χωρίς ακρίβεια ή χωρίς προσπάθεια, πρόχειρα, αυτοσχέδια («φαύλως καὶ βραχέως ἀποκρίνασθαι», Πλάτ.)
5. με απλότητα, απλοϊκά, ανεπιτήδευτα («φαυλοτέρως ἂν πεπαιδευμένοι», Πλάτ.)
6. φρ. «φαύλως ἔχω» — είμαι άρρωστος (Ιπποκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. του καθημερινού λεξιλογίου τών Αρχαίων, η οποία έχει σχηματιστεί από το ίδιο θέμα φλαυ- με το επίθ. φλαῦρος, αβέβαιης επίσης ετυμολ. (βλ. λ. φλαῦρος) με το επίθημα -λος που απαντά και σε άλλα επίθ. που δηλώνουν σωματικές ατέλειες ή έχουν γενικά μειωτική σημ. (πρβλ. δει-λός, στρεβ-λός, τυφ-λός) και εμφανίζει αναβιβασμό του τόνου και ανομοιωτική αποβολή του πρώτου -λ-: φαῦλος < φλαυ-λος. Κατά μία άποψη, από τον ίδιο αρχικό τ. φλαυ-λος προήλθε και το επίθ. φλαῦρος με ανομοίωση του -λ- σε -ρ-, ενώ, κατ' άλλη άποψη, τα δύο επίθ. αποτελούν ανεξάρτητους σχηματισμούς από το θ. φλαν- με διαφορετικά επιθήματα -λος και -ρος. Λιγότερο πιθανή θεωρείται η σύνδεση του φαῦλος με το επίθ. παῦ-ρος «λίγος, μικρός» (βλ. λ. παῦρος), μέσω μιας σημ. «αυτός που έχει κατώτερη ποιότητα» και με εκφραστικό δασύ φ-. Σύμφωνα με την άποψη αυτή το επίθ. φλαῦρος θεωρείται προϊόν συμφυρμού τών παῦρος και φαῦλος, δεν ερμηνεύεται, όμως, η παρουσία -λ- στον τ. Αρχική σημ. του επιθ. φαῦλος πρέπει να θεωρηθεί η σημ. «απλός, ανεπιτήδευτος» από την οποία μπορεί να ερμηνευθεί τόσο η θετική σημ. του όσο και η χρήση του με διάφορες μειωτικές σημ.: «αφελής», «μικρός, ευτελής, μηδαμινός, ασήμαντος» αλλά και «ανίκανος, αδύναμος» και «πονηρός, κακός, μοχθηρός, ελεεινός», με τις οποίες χρησιμοποιείται και σήμερα το επίθ. (ανάλογη εξέλιξη «ἐπὶ κακῷ» μιας αρχικής σημ. «απλός» σε σημ. «απλοϊκός, επιπόλαιος» παρατηρείται και στο επίθ. ἀφελής)].

Greek Monotonic

φαῦλος: -η, -ον και -ος, -ον, όπως φλαῦρος.
I. 1. λέγεται για πράγματα, λεπτός, ελαφρύς, σε Ευρ., Αριστοφ. κ.λπ.· επίρρ. φαύλως κρίνειν, εκτιμώ κάτι αψήφιστα ή λανθασμένα, σε Αισχύλ.· φαύλ.ἀποδιδράσκειν, απαλλάσσομαι με ευκολία, σε Αριστοφ.· υπερθ. φαυλότατα καὶ ῥᾷστα, στον ίδ.
2. ασήμαντος, μηδαμινός, μικρός, αξιολύπητος, ανάξιος, σε Θουκ. κ.λπ.· φαῦλα ἐπιφέρειν, προσάπτω ασήμαντες κατηγορίες, σε Ηρόδ.· επίρρ., οὔτι φαύλως, όχι με ασήμαντη δύναμη, σε Ευρ.
II. 1. λέγεται για ανθρώπους, ταπεινός στο γένος, κακός, κοινός, οἱ φαυλότατοι, του κοινότατου είδους (λέγεται για στρατιώτες), σε Θουκ. κ.λπ.· με απαρ., φαῦλος μάχεσθαι, στον ίδ.· φαῦλος λέγειν, σε Πλάτ.
2. αμέριμνος, απερίσκεπτος, αδιάφορος, Λατ. securus, σε Ευρ.· επίρρ., φαύλως εὕδειν, στον ίδ.· φαύλως λογίσασθαι, υπολογίζω πρόχειρα, χονδρικά, σε Αριστοφ.· φαύλως εἰπεῖν, Λατ. strictim dicere, χωρίς προσοχή, σε Πλάτ.
3. με θετική σημασία, απλός, ανεπιτήδευτος, στον ίδ.· επίρρ. φαύλως παιδεύειν τινά, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

φαῦλος: 3, редко
1) ничтожный, незначительный, пустяшный (πόνος Eur.; πρᾶγμα Arph.; οὐ φαῦλον ἐρώτημα Plat.): λέγειν φ. ὤν Plat. говорящий пустяки;
2) негодный, дурной, жалкий, плохой (στρατιά Thuc.; σιτία καὶ ποτὰ καὶ ἱμάτιον Xen.): φαύλοις πεισθεὶς λόγοις Eur. послушавшись плохих советов; δόξα φάυλη Dem. дурная слава, позор; οἱ φαυλότεροι γνώμην Thuc. те, кто умом послабее;
3) грубый, обидный (ψόγος Eur.);
4) неумелый, неискусный (αὐλητής Plat.): οἱ τὰ γράμματα φαῦλοι Plat. малограмотные; φαῦλοι μάχεσθαι Eur. неважные вояки;
5) некрасивый, безобразный (sc. γυναῖκες, ἄνδρες Arph.);
6) нерадивый, ленивый, вялый или слабовольный (φ. κἀσθενής Eur.);
7) простой, рядовой, скромный: οἱ φαυλότατοι Thuc. самые простые солдаты; ὁ γάμος ἐκ τῶν φαυλοτέρων Xen. брак с женщинами низшего происхождения - см. тж. φαῦλον.

Middle Liddell

φαῦλος, η, ον like φλαῦρος
I. of things, easy, slight, Eur., Ar., etc.: adv., φαύλως κρίνειν to estimate lightly, Aesch.; φ. ἀποδιδράσκειν to get off easily, Ar.; Sup., φαυλότατα καὶ ῥᾷστα Ar.
2. trivial, paltry, petty, sorry, poor, Thuc., etc.; φαῦλα ἐπιφέρειν to bring paltry charges, Hdt.: adv., οὔτι φαύλως with no trivial force, Eur.
II. of persons, low in rank, mean, common, οἱ φαυλότατοι the commonest sort (of soldiers), Thuc., etc.: also in point of education opp. to σοφός, Eur., etc.; c. inf., φαῦλος μάχεσθαι Eur.; φ. λέγειν Plat.
2. careless, thoughtless, indifferent, Lat. securus, Eur.;—adv., φαύλως εὕδειν Eur.; φ. λογίσασθαι to estimate off-hand, roughly, Ar.; φ. εἰπεῖν, Lat. strictim dicere, carelessly, roughly, Plat.
3. in good sense, simple, unaffected, Plat.: adv., φαύλως παιδεύειν τινα Xen.