Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κανθάρεως

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: κανθάρεως Medium diacritics: κανθάρεως Low diacritics: κανθάρεως Capitals: ΚΑΝΘΑΡΕΩΣ
Transliteration A: kantháreōs Transliteration B: kanthareōs Transliteration C: kanthareos Beta Code: kanqa/rews

English (LSJ)

or κανθάρ-εος [θᾰ], ὁ, name of a kind of

   A vine, Thphr.CP2.15.5:

Greek (Liddell-Scott)

κανθάρεως: ὁ, ὄνομα εἴδους ἀμπέλου, ἐκ τῶν σταφυλῶν τῆς ὁποίας παρεσκευάζετο ὁ λεγόμενος κανθαρίτης οἶνος, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 2. 15, 5· διαφ. γραφ. κανθάρεος. Παρ’ Ἡσύχ.: «κανθάρεως· ἀμπέλου εἶδος».

Greek Monolingual

κανθάρεως και -εος, ὁ (Α) κάνθαρος
είδος αμπελιού, από τα σταφύλια του οποίου παρασκευαζόταν ο κανθαρίτης οίνος.