Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταπραϋντικός

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

-ή, -ό
1. αυτός που έχει την ιδιότητα να καταπραΰνει, καθησυχαστικός, ανακουφιστικός, κατευναστικός
2. (φαρμ.) χαρακτηρισμός φαρμάκου που ηρεμεί τον πόνο και την εγερσιμότητα του νευρικού συστήματος, δεν δρα όμως αναισθητικά.
επίρρ...
καταπραϋντικώς και -ά
με καταπραϋντικό τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καταπραΰνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1870 στον Περικλή Τριανταφυλλίδη].