Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατασκώ

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

κατασκῶ, -έω (Α)
1. εξασκώ πάρα πολύ, συστηματικά
2. (μτχ. παθ. παρακμ.) κατησκημένος, -η-, -ον
αυτός που έχει επιτευχθεί μετά από επίπονη και συστηματική άσκηση (α. «ἀκριβὴς καὶ κατησκημένη δίαιτα», Πλούτ.
β. «κατησκημένος τὸν βίον», Μέγ. Βασίλ.).