Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατεύθυνση

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η
1. η φορά, η διεύθυνση προς την οποία κινείται κάτι, το σημείο προς το οποίο κατευθύνουμε κάτι ή προς το οποίο κατευθυνόμαστε («προχωρούσαμε με κατεύθυνση το άγνωστο»)
2. ο αντικειμενικός σκοπός μιας προσπάθειας, το σημείο στο οποίο τείνει, η πορεία που ακολουθεί (α. «η κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής» β. «οι νέες κατευθύνσεις της ιατρικής»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατευθύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1874 στον Δημήτριο Κ. Κοκίδη].