Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατοχυρώνω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(ΑΜ κατοχυρῶ, -όω, Μ και κατοχυρώνω)
εξασφαλίζω, προστατεύω («κατοχύρωσε τα δικαιώματά της»)
νεοελλ.-μσν.
οχυρώνω κάτι καλά, θωρακίζω («κατωχύρωσεν... τὴν πόλιν πρὸς μάχην», Νικητ. Ευγ.)
μσν.
ενισχύω, ενδυναμώνω.