Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προστατεύω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: προστᾰτεύω Medium diacritics: προστατεύω Low diacritics: προστατεύω Capitals: ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΩ
Transliteration A: prostateúō Transliteration B: prostateuō Transliteration C: prostateyo Beta Code: prostateu/w

English (LSJ)

   A to be leader or ruler of, εἴτε χοροῦ εἴτε οἴκου εἴτε πόλεως εἴτε στρατεύματος X.Mem.3.4.6, cf. Hier.11.5, 7; [[[θυσίας]]] IG42(1).73.34 (Epid., iii B.C., prob.): abs., exercise authority, X.HG3.3.6, Vect.5.6; ἐν ταῖς πόλεσιν Id.Mem.2.8.4.    II π. ὅπως . .to have authority for providing that... provide or take care that... Id.An. 5.6.21, Cyr.1.2.5: with gen. added, π. ἀνθρώπων ὅπως ἕξουσιν . .ib. 1.6.7; cf. sq.    III hold office of προστάτης 11.3, SIG241 A 39 (Delph., iv B.C.), IG14.208 (Acrae).    IV to be guardian of, regent for, τῶν βασιλέων App.Syr.52.

German (Pape)

[Seite 781] = προστατέω, τινός; Xen. Cyr. 1, 6, 7 Mem. 3, 4, 6 u. öfter; mit folgdm ὅπως, Cyr. 1, 2, 5.

Greek (Liddell-Scott)

προστᾰτεύω: προστατέω, εἶμαι προστάτης, ἀρχηγός τινος, εἴτε χοροῦ εἴτε οἴκου εἴτε πόλεως εἴτε στρατεύματος Ξεν. Ἀπομν. 3. 4, 6, πρβλ. Ἱέρωνα 11, 5 καὶ 7· ἀπολ., ἐξασκῶ ἀρχήν, ἐξουσίαν, ὁ αὐτ. ἐν Ἑλλ. 3. 3, 6, Πόροι 5, 6· ἐν ταῖς πόλεσιν ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 2. 8, 4. ΙΙ. πρ. ὅπως..., ἔχω ἐξουσίαν νὰ φροντίσω πῶς νά..., φροντίζω ἢ ἐπιμελοῦμαι νά..., ὁ αὐτ. ἐν Ἀν. 5. 6, 21, ἐν Ἀπομν. 2. 7, 9 (διάφορ. γραφ. προστατήσῃς), Κύρ. 1. 2, 5· μετὰ γενικ., πρ. ἀνθρώπων ὅπως ἔξουσιν... αὐτόθι 1. 6, 7. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 28, 30, 32.

French (Bailly abrégé)

être à la tête de, être président de ou préposé à, gén. ; προστατεύειν ὅπως avec l’ind. f. : prendre les mesures nécessaires pour que, veiller à ce que ; προστατεύειν ἀνθρώπων ὅπως XÉN veiller à ce que les hommes.
Étymologie: προστάτης.

Greek Monolingual

ΝΑ προστάτης
νεοελλ.
1. προφυλάσσω από τους κινδύνους
2. υπερασπίζω, υποστηρίζω («προστατεύει τους ανήμπορους»)
3. ενισχύω υλικά και ηθικά («προστατεύω τις τέχνες και τις επιστήμες»)
αρχ.
1. είμαι αρχηγός, προϊστάμενος («ὡς οὕτω ἄν τις προστατεύῃ... ἀγαθὸς ἄν εἴη προστάτης, εἴτε χοροῡ εἴτε οἴκου εἴτε πόλεως εἴτε στρατεύματος προστατεύοι», Ξεν.)
2. ασκώ εξουσία («καὶ μὴν οἵ γε ἐν ταῑς πόλεσι προστατεύοντες καὶ τῶν δημοσίων ἐπιμελόμενοι...», Ξεν.)
3. είμαι αντιβασιλιάς («προστατεύω τῶν βασιλέων», Αππ.)
4. έχω το αξίωμα του προστάτη
5. (με τελικ. πρότ.) προστατεύω... ὅπως
έχω την εξουσιοδότηση, το δικαίωμα να φροντίσω για κάτι.

Greek Monotonic

προστᾰτεύω: = προστατέω·
I. είμαι προστάτης ή κυβερνήτης, με γεν., σε Ξεν.· απόλ., ασκώ εξουσία, στον ίδ.
II. προστατεύω ὅπως..., υπερασπίζομαι ή προσέχω, είμαι φύλακας, προασπιστής, στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προστατεύω [προστάτης] besturen, met gen.; abs. de macht uitoefenen. zorgen, met gen., met ὅπως + ind. fut.: ἀνθρώπων ἄλλων π. ὅπως ἕξουσι πάντα τὰ ἐπιτήδεια (als leider) zo voor andere mensen zorgen dat zij over alle levensbehoeften beschikken Xen. Cyr. 1.6.7.

Russian (Dvoretsky)

προστᾰτεύω:
1) стоять во главе, руководить, управлять (εἴτε χοροῦ εἴτε στρατεύματος Xen.; τοῦ δήμου Arst.; π. τῶν πραγμάτων Polyb.);
2) заботиться, обеспечивать: κελεύειν τινὰ προστατεῦσαι - v. l. προστατῆσαι - λαβόντα χρήματα Xen. поручить кому-л. позаботиться о сборе средств.

Middle Liddell

= προστατέω
I. to be leader or ruler of, c. gen., Xen.; absol. to exercise authority, Xen.
II. πρ. ὅπως . . , to provide or take care that . . , Xen.