Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοροϊδεύω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

κορόιδο
1. εμπαίζω, περιπαίζω, χλευάζω, περιγελώ («όλοι τον κοροϊδεύουν για τα καμώματά του»)
2. εξαπατώ, ξεγελώ («τον κορόιδεψε στο ζύγι»).