Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κουκουνάρι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και κουκκουνάρι, το (Μ κουκουνάριον)
ο καρπός του πεύκου, ο κώνος της κουκουναριάς
νεοελλ.
1. ο σπόρος που περικλείεται στον κώνο του πεύκου
2. φρ. «τον ταΐζει κουκουνάρια» — τον συντηρεί πλουσιοπάροχα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοκκωνάριον (< κόκκων), με κώφωση τών -ο- και -ω-. Κατ' άλλους < κόνναρος, πιθ. με κώφωση του -ο- και αναδιπλασιασμό].