Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κουμπώνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

κουμπί
1. προσαρμόζω κουμπί στην οπή του
2. μέσ. κουμπώνομαι
α) κλείνω το φόρεμά μου με κουμπιά
β) μτφ. γίνομαι διστακτικός, έχω αμφιβολίες, γίνομαι απρόθυμος, κλείνομαι στον εαυτό μου.