Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γῆρας

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: γῆρας Medium diacritics: γῆρας Low diacritics: γήρας Capitals: ΓΗΡΑΣ
Transliteration A: gē̂ras Transliteration B: gēras Transliteration C: giras Beta Code: gh=ras

English (LSJ)

τό, gen.

   A γήραος Il.22.60, al., Archil.116, Mimn.2.6, Pi.O. 8.71, etc.; γήρως Thgn.174, Att. (v. infr.): dat. γήραϊ Pi.N.7.99, Hdt.6.24, contr. γήρᾳ S.Aj.507, etc., γήρατι v.l. in Adam.Phgn.1.14 (cf. γῆρος):—old age, γ. λυγρόν Od.24.250; στυγερόν Il.19.336; ἐπὶ γήραος οὐδῷ (v. οὐδός) 22.60; opp. γ. λιπαρόν, Od.19.368, Pi. l.c.; γ. πολιόν Thgn.174; γῆρας ἐκδῦναι, ἀποσείσασθαι, Ar.Pax 336, Lys. 670 (with play on signf. 11); ἐπὶ γήρως in old age, Id.Eq.524; ἐν τῷ γήρᾳ Pl.R.329c, Lys.2.73; σὺν γήρᾳ, ἐν γ. βαρύς, S.OT17, Aj.1017; διανοίας γ. Arist.Pol.1271a1: metaph., οὐκ ἔστι γῆρας τοῦδε τοῦ μιάσματος, i.e. it never wears out, A.Th.682.    II cast skin, slough of a serpent, γῆρας ἐκδύνειν Arist.HA549b26, Nic.Th.31, Antig.Mir. 20, Antyll. ap. Orib.10.35.4; of crabs, Arist.HA600b20, Thphr.Fr. 177.

German (Pape)

[Seite 490] τό, das Greisenalter; aus γέρας gedehnt; γέρας »die Ehrengabe« und γῆρας sind ursprünglich ein und dasselbe Wort, vgl. γέρων, γέρας, γεραρός, γεραιός. Als das Wort γέρων neben der Bedeutung »der Vornehme« die Bedeutung »der Greis« angenommen hatte, setzte sich für den zugehörigen Begriff »Greisenalter« die gedehnte Form γῆρας fest, während die ältere Form γέρας für die ursprüngliche Bedeutung der »Ehre« blieb. Aehnlich verhält sich γηραιός zu γεραιός. Vgl. z. B. ξερός ξηρός, ἔθος ἦθος. Von γῆρας ist gen. γήραος, Att. γήρως, dat. γήραϊ, Att. γήρᾳ, vgl. γῆρος; Hom. γῆρας, γήραος, γήραϊ und γήραι oder γήρᾳ oder γήρα' Odyss. 11, 136. 23, 283, vgl. Scholl. Herodian. Iliad. 11, 385. Das Wort kommt von Hom. an überall vor; es wird von Dichtern auch auf leblose Dinge übertragen, so Aesch. Sept. 682 οὐκ ἔστι γῆρας τοῦδε τοῦ μιάσματος, solchen Frevel tilgt oder mindert die Zeit nicht, er bleibt frisch. In der Redensart γήραος οὐδός, »die Schwelle des Alters«, Odyss. 15, 246. 348. 23, 212 Iliad. 22, 60. 24, 487, ist γήραος genit. definitivus, das Alter ist eben der οὐδός, die Schwelle, nämlich des Lebens; vgl. Scholl. Odyss. 15, 348 ἐπὶ γήραος οὐδῷ: περιφραστικῶς τῷ γήρει. – Auch die alte Haut heißt γῆρας, welche die Schlangen abstreifen, Aristot. H. A. 5, 17. 8, 19; vgl. γῆρας ἀποξύ σας Hom. Iliad. 9, 446, τὸ γῆρας ἐκδύεσθαι, ἀποδύεσθαι, das Alter abstreifen, Ar. Pax 336 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

γῆρας: τό, γεν. γήραος, παρ’ Ὁμ., Ἀττ. συνῃρ. γήρως καὶ πολὺ μεταγεν. γήρατος · δοτ. γήραϊ, Ἀττ. συνῃρ. γήρᾳ, Σοφ. Αἴ. 507, μεταγ. γήρει, Ἑβδ., Τζέτζ. (ἴδε ἐν λ. γέρων)·― γεροντικὴ ἡλικία· ὁ Ὅμ. κατὰ τὸ πλεῖστον προσθέτει ἐπίθετα λυγρόν, στυγερόν, χαλεπόν, (ἴδε ἐν λ. οὐδός)· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ γ. λιπαρόν, Ὀδ. Τ. 368· γ. πολιὸν Θέογν. 174 · γῆρας ἐκδῦναι, ἀποσείσασθαι Ἀριστοφ. Εἰρ. 336, Λυσ. 670 (ὅπερ φαίνεται σχετιζόμενον πρὸς τὴν σημασ. ΙΙ)· ἐπὶ γήρως, εἰς τὴν γεροντικὴν ἡλικίαν, «᾽ς τὰ γεράματα», ὁ αὐτ. Ἱππ. 524 · ἐν τῷ γήρᾳ, ἐν γήρᾳ Πλάτ. Πολιτ. 329C, Λυσίας 197. 25· σὺν γήρᾳ, ἐν γ. βαρὺς Σοφ. Ο. Τ. 17, Αἴ. 1017· διανοίας γ. Ἀριστ. Πολ. 2. 9, 25 μεταφ., οὐκ ἔστι γῆρας τοῦδε τοῦ μιάσματος, δηλ. τοῦτο οὐδέποτε τελευτᾷ ἢ λησμονεῖται, λήγει, Αἰσχύλ. Θήβ. 682. ΙΙ. τὸ παλαιὸν δέρμα, ὅπερὄφις ἀποδύεται, γῆρας ἐκδύειν Ἀριστ. Ἰστ. Ζ. 5. 17, 10., 8. 17, 11.

French (Bailly abrégé)

(τὸ) ; gén. αος-ως, dat. αϊ-ᾳ, acc. ας;
vieillesse.
Étymologie: cf. γέρων.

English (Autenrieth)

αος, dat. γήραϊ and γήραι: old age.

English (Slater)

(γῆρας, -αος, -αϊ, -ας)
   1 old age τά κέ τις ἀνώνυμον γῆρας ἕψοι μάταν; (O. 1.83) αἰτήσων σέ φέρειν γῆρας εὔθυμον ἐς τελευτάν (O. 5.22) πατρὶ δὲ πατρὸς ἐνέπνευσεν μένος γήραος ἀντίπαλον (O. 8.71) νόσοι δοὔτε γῆρας οὐλόμενον κέκραται ἱερᾷ γενεᾷ (P. 10.41) ἐμπεδοσθενέα βίοτον ἁρμόσαις ἥβᾳ λιπαρῷ τε γήραϊ (N. 7.99) ἐκ πόνων δ, οἳ σὺν νεότατι γένωνται σύν τε δίκᾳ, τελέθει πρὸς γῆρας αἰὼν ἡμέρα (N. 9.44) “θάνατόν τε φυγὼν καὶ γῆρας ἀπεχθόμενον” (N. 10.83) τοίαισιν ὀργαῖς εὔχεται ἀντιάσαις Ἀίδαν γῆράς τε δέξασθαι πολιόν (I. 6.15) ἕκαλος ἔπειμι γῆρας ἔς τε τὸν μόρσιμον αἰῶνα (I. 7.41) πρὶν ὀδυνηρὰ γήραος ς[ μ]ολεῖν (Pae. 1.1) ἐπὶ γῆρας ἱξέμεν βίου (Pae. 6.116)

Spanish (DGE)

-ως, τό

• Morfología: [jón. y poét. gen. γήραος Il.22.60, Archil.80.2, Mimn.2.6, Pi.O.8.71, Democr.B 294, Hp.Art.47, Call.Fr.355.2, tard. γήρους LXX Ps.70.18, Men.Comp.2.35; dat. γήραϊ Il.3.150, Ibyc.6.6, Pi.N.7.99, Hdt.6.24, át. contr. γήρᾳ S.Ai.507, γήρατι Isoc.Fr.21, tard. γήρει LXX Ge.15.15, Eu.Luc.1.36]
I abstr.
1 ancianidad, vejez física y humana, como sujeto activo πρίν μιν καὶ γ. ἔπεισιν Il.1.29, εἰς ὅ κε γ. ἔλθῃ καὶ θάνατος Od.13.59, cf. h.Ven.244, Mimn.1.6, ὄγμος κακοῦ δὲ γήραος καθαιρεῖ Archil.l.c., cf. Sapph.21.6, 58.13, Alc.39a.3, Call.Fr.355.2, ὑπὸ γήραος Hp.l.c., cf. S.Fr.647, AP 9.715, διὰ τὸ γῆρας Diog.Oen.3.2.9, cf. PFlor.312.5 (I d.C.), ἐβαρυώπησαν ἀπὸ τοῦ γήρους LXX Ge.48.10
c. dif. calificaciones στυγερόν Il.19.336, Stesich.11.16S., λυγρόν Il.10.79, Od.24.249, ἀργαλέον καὶ ἄμορφον Mimn.5.3, Thgn.1022, cf. S.OC 1519, πολιόν Thgn.174, B.3.89, E.Ba.258, cf. Alc.672, δειλαῖον E.Hec.156, 203, ἄζηλον Semon.2.11, λιπαρόν Od.19.368, Pi.N.7.99, ἄρειον Od.23.286
como edad del consejo, la prudencia y la oratoria Il.3.150, γήραος δὲ σωφροσύνη ἄνθος Democr.B 294, cf. A.A.1621, γ. ... ἥβης ἐστὶν ἐνδικώτερον A.Fr.400, cf. S.Ant.1353
c. dif. prep. como término al que se llega ἐπὶ γήραος οὐδῷ Il.l.c., 24.487, cf. Od.8.226, 11.196, Hes.Th.604, h.Ven.106, ἐπὶ γήρως en la vejez Ar.Eq.524, PEnteux.43.1 (III a.C.), Aristid.Quint.94.7, ὁ ... νέος ἄδηλον εἰ ἐς γ. ἀφίξεται Democr.B 295, ἐν ὠμῷ γήραϊ θῆκεν Od.15.357, cf. Hp.Epid.6.5.3, S.Ai.1017, ἐν τῷ γήρᾳ Pl.R.329c, Lys.2.73, cf. Chrysipp.Stoic.3.24, LXX Ge.21.7, 25.8, Si.8.6, Gal.17(2).5, ἐς γῆρας τολυπεύειν ... πολέμους Il.14.86, cf. Hes.Op.705, οἱ δὲ σὺν γήρᾳ βαρεῖς πρέσβεις los otros, ancianos agobiados con la vejez S.OT 17, περὶ γήρους Men.Comp.l.c., ἕως γήρους LXX Ps.70.18, οὐδὲ γήρως ἔβας τέλος E.Alc.412
como parte de la vida ἥβης ταρπῆναι καὶ γήραος οὐδὸν ἱκέσθαι Od.23.212, cf. Pi.I.7.41, ἐκ παιδίου μέχρι γήρως φ[ι] λοσοφοῦντες Phld.Cont.16.12
op. βίος Pi.Fr.52f.116, διὰ τὴν [τ] οῦ γήρους μου ἡλικίαν PPanop.29.6 (IV d.C.), dependiente de una Κῆρ: ἡ μὲν ἔχουσα τέλος γήραος ἀργαλέου, ἡ δ' ἑτέρη θανάτοιο Mimn.2.6, cf. 1.10
como fenómeno fisiológico ἂν μὴ μανιῶν ἢ γήρως ἢ φαρμάκων ἢ νόσου ἕνεκα ἢ γυναικὶ πειθόμενος Sol.Lg.49a, cf. 49d, τὸ γ. ἐστὶ κατὰ τοὔνομα γεηρὸν διὰ τὸ ἀπολείπειν τὸ θερμὸν καὶ μετ' αὐτοῦ τὸ ὑγρόν Arist.GA 783b7, cf. Chrysipp.Stoic.2.215, τὸ γ. νόσος φυσική Arist.GA 784b33
como algo humanamente imposible de eliminar οὐδὲ δύνανται εὑρέμεναι θανάτοιό τ' ἄκος καὶ γήραος ἄλκαρ h.Ap.193, cf. Emp.B 111.1, Carm.Pop.26, A.Fr.45, S.OC 608, Call.Fr.1.33, γ. προσδέχου IKyzikos 2.2.24 (IV/III a.C.)
que afecta a todos los seres vivos, incl. las plantas, X.Cyn.5.5, Arist.Mete.351a27, HA 628a28, Thphr.HP 1.2.4
Γ. tít. de una comedia de Aristófanes, Ath.109f, Poll.6.69.
2 envejecimiento, vejez, declive gener., c. gen. σώματος καὶ διανοίας γ. vejez física y mental Arist.Pol.1271a1, οὐκ ἔστι γ. τοῦδε τοῦ μιάσματος no hay vejez de esta mancha, e.d. nunca desaparece A.Th.682, τὴν ἑσπέραν γ. ἡμέρας ... καὶ τὸ γ. ἑσπέραν βίου la vejez del día, la tarde, y el atardecer de la vida, la vejez Emp.B 152, cf. Arist.Po.1457b23, de la tierra τῆς γῆς τὰ ἐντός, ὥσπερ τὰ σώματα τῶν φυτῶν καὶ ζῴων, ἀκμὴν ἔχει καὶ γ. Arist.Mete.351a28.
3 τὸ Γ. la Vejez personif., Hes.Th.225.
II concr. piel vieja, despect. pellejo de un anciano εἰ μὴ σιωπήσει, θενών σου 'κκοκκιῶ τὸ γ. Ar.Lys.364
de ciertos anim. muda, camisa de la serpiente γ. ἐκδύνειν Arist.HA 549b26, cf. Nic.Th.31, Antyll. en Orib.10.35.4, Hsch., en juego de palabras cóm. ἥδομαι ... τὸ γ. ἐκδύς me alegro de haber mudado la camisa, e.e. despojado de la vejez Ar.Pax 334, de los camarones, Arist.HA 601a17, Thphr.Fr.177.

• Etimología: Rel. γέρας, γέρων de *gerH2- aunque el grado largo permanece inexplicado.

English (Strong)

akin to γέρων; senility: old age.

English (Thayer)

γηραός (γερως), Ionic γηρεος, dative γήρει, γήρει, τό (from Homer down), old age: ἐν γήρει G L T Tr WH for ἐν γήρᾳ, a form found without variant in Psalm 92>); cf. Alex.; Clement of Rome, 1 Corinthians 10,7 [ET] variant; cf. Tdf. Proleg., p. 117); Fritzsche on Winer s Grammar, (36 and) 64 (62); (Buttmann, 15 (14)).

Greek Monolingual

(-ατος), το (AM γῆρας)
η γεροντική ηλικία, τα γεράματα
αρχ.-μσν.
1. τέλος, φθορά
2. το παλιό δέρμα του φιδιού, το φιδοπουκάμισο
αρχ.
κέλυφος τών οστρακόδερμων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. γήρας, γηράσκω και γηράω συνδέονται με το γέρας, που είναι το παλαιότερο ουσιαστικό αυτής της οικογένειας. Αντίθετα προς το γέρας που διατήρησε τη σημασία της «τιμής», η αρχική έννοια της «γηραιότητας» διατηρήθηκε στον παράλληλο τ. γήρας και στον ρηματικό τ. γηράσκω τών οποίων το ριζικό φωνήεν, όπως και σε άλλους ρηματικούς τύπους, εμφανίζεται παρεκτεταμένο. Υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η μακρότητα του ριζικού φωνήεντος είναι αναλογική προς τους τύπους ήβη, ηβαίω, που έχουν αντίθετη έννοια. Πιθανότερη όμως είναι η απόδοση της ύπαρξης του μακρού φωνήεντος σε αρχικό αθέματο αόριστο εγήρα (πρβλ. αρχ. ινδ. jari-mάn - [με βραχύ φωνήεν] «γηραιότητα», jāri-suh [με μακρό φωνήεν], τ. του αορίστου)].

Greek Monotonic

γῆρας: τό, γεν. γήραος, συνηρ. γήρως, δοτ. γήραϊ, συνηρ. γήρᾳ (γέρων), γεράματα, προχωρημένη ηλικία, Λατ. senectus, σε Όμηρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

γῆρας: αος, стяж. ως τό (dat. γήραι - стяж. γήρᾳ)
1) старость (γ. οὐλόμενον Hes.; διὰ γ. ἀσθενής Plut.): ἐπὶ γήραος οὐδῷ (gen. epexeg.) Hom., Hes.; на пороге, которым является старость, т. е. на краю могилы; ἐπὶ γήρως Arph. и ἐν (τῷ) γήρᾳ Lys., Plat., Arst.; в старости; οὔκ ἐστι γ. τοῦδε Aesch. это никогда не ослабеет;
2) старческое состояние, увядание (φυτῶν, σώματος καὶ διανοίας Arst.);
3) сбрасываемая змеей кожа, линовище (οἱ ὄφεις ἐκδύνουσι τὸ γ. Arst.).

Etymological

-αος, -ως
Grammatical information: n.
Meaning: old age (Il.).
Derivatives: γηραιός old (Hes.; cf. γεραιός s. γέρας), γηραλέος id. (Anakr.; after the adj. in -αλέος; not with Schwyzer 516 from an old σ-less stem), γηράεις id. (Alc., s. Chantr. Form. 272f.). Further γήρειον thistledown (Arat.) and γηράνιον γεραν<ογέρων> H.; cf. Strömberg Pflanzennamen 159 n. 1; γηράμων H., glossed as (*)γράζα. - γηράσκω get old (Il.), aor. 3. sg. ἐγήρα, ptc. γηράς (Il.), inf. γηράναι or γηρᾶναι (A., cf. Schwyzer 682); aor. ἐγήρασα (Hdt.; also as causative like ἔφυσα: ἔφυν, Schwyzer 755γ); fut. γηράσομαι, -σω (Ion.-Att.), later γεγήρακα, ἐγηράθην. New present γηράω (X.); aor. γηρείς (Xenoph.) after δαμείς. - From γηράσκω: γηράσιμος getting older (Tlos), and γήρανσις (Arist.) after ὑγίανσις (Chantraine 281).
Origin: IE [Indo-European] [390] *ǵerh₂- be, become old
Etymology: Beside γέρας wit remarkable long vowel, which has been explained as coming from the s-aorist, but this cannot be shown (Hardarsson, Wurzelaorist (1993) 72-6).Vgl. γέρας, γέρων, γραῦς.

Middle Liddell

γέρων, old age, Lat. senectus, Hom., etc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γῆρας -ως, zonder contr. -αος, τό [~ γέρας, ~ γέρων gen. Ion. en later γήρους, dat. γήραϊ en γήρᾳ, later γήρει
1. ouderdom, oude dag; overdr..; οὐκ ἔστι γ. τοῦδε τοῦ μιάσματος deze schandvlek veroudert niet Aeschl. Sept. 682; overdr.. ἀποσείσασθαι τὸ γ. τόδε deze ouderdom van mij afschudden Aristoph. Lys. 670 (vgl. 2.).
2. oude huid, van slangen.