Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κραιπαλόβοσκος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: κραιπᾰλόβοσκος Medium diacritics: κραιπαλόβοσκος Low diacritics: κραιπαλόβοσκος Capitals: ΚΡΑΙΠΑΛΟΒΟΣΚΟΣ
Transliteration A: kraipalóboskos Transliteration B: kraipaloboskos Transliteration C: kraipalovoskos Beta Code: kraipalo/boskos

English (LSJ)

δίψα thirst

   A which draws on drunkenness, Sopat. 25.

Greek Monolingual

κραιπαλόβοσκος, -ον (Α)
φρ. «κραιπαλόβοσκος δίψα» — η δίψα που δημιουργείται σε όσους πίνουν πολύ κρασί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κραιπάλη + -βοσκος (< βοσκός) με τη σπάνια σημ. «αυτός που τρέφεται από» (πρβλ. λωτο-βοσκός)].