Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κραιπαλόβοσκος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κραιπᾰλόβοσκος Medium diacritics: κραιπαλόβοσκος Low diacritics: κραιπαλόβοσκος Capitals: ΚΡΑΙΠΑΛΟΒΟΣΚΟΣ
Transliteration A: kraipalóboskos Transliteration B: kraipaloboskos Transliteration C: kraipalovoskos Beta Code: kraipalo/boskos

English (LSJ)

δίψα thirst A which draws on drunkenness, Sopat. 25.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek Monolingual

κραιπαλόβοσκος, -ον (Α)
φρ. «κραιπαλόβοσκος δίψα» — η δίψα που δημιουργείται σε όσους πίνουν πολύ κρασί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κραιπάλη + -βοσκος (< βοσκός) με τη σπάνια σημ. «αυτός που τρέφεται από» (πρβλ. λωτο-βοσκός)].